Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2021

Γέροντας Ἰάκωβος – Συζητάει μὲ τοὺς Ὁσίους Δαβὶδ καὶ Ἰωάννη Ρῶσο


Τὸ 1977 ὁ π. Ἰωάννης Βερνέζος, στὸ Προκόπι Εὔβοιας, τοῦ ζήτησε νὰ προσευχηθεῖ, γιατί παρ’ ὅλες τὶς προσπάθειες δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ νερὸ καὶ ὅλα εἴχανε ξεραθεῖ. Τὴν ἐποχὴ μάλιστα τῆς ὀργανωμένης
ἐξέγερσης γιὰ τὰ δάση τοῦ Μπέκερ, ὅταν πολλοὶ στραφήκανε καὶ κατὰ τοῦ π. Ἰωάννη. Τότε ὁ π. Ἰάκωβος ὑποσχέθηκε ὡς ἑξῆς:

-Θὰ πάω ἀμέσως νὰ κάνω τὴν προσευχή μου στὸν ἅγιο Δαβίδ, νὰ βρεῖς νερό. Θὰ πῶ στὸν Ὅσιο νὰ ἔρθει ἐκεῖ, νὰ πάρει καὶ τὸ θεῖο Ἰωάννη (τὸ Ρῶσο) καὶ ὅπως μὲ τὸ ραβδὶ τοῦ χτύπησε κι ἔβγαλε νερὸ στὸ μοναστήρι του, ἔτσι νὰ χτυπήσει καὶ νὰ βγάλει νερὸ στὸν καλό μας ἱερέα.

Βρέθηκε γρήγορα νερὸ καί, ὅταν ὁ π. Ἰωάννης πῆρε τηλέφωνο νὰ εὐχαριστήσει, πρὶν εἰπεῖ ὁτιδήποτε, ὁ γέροντας ἐνημέρωσε:
-Πάτερ μου, ἀφοῦ παρακάλεσα θερμά, μοῦ εἶπε ὁ ὅσιος Δαβὶδ ἔσκυψε τὸ κεφάλι του, χαμήλωσε τὸ βλέμμα καὶ μοῦ ἔκανε νόημα ὅτι θὰ βρεῖς νερό, προχώρει!

Εἶναι περίεργο ὅτι ἔνιωθε ἀλλιῶς γιὰ τοὺς ἄλλους Ἁγίους καὶ ἀλλιῶς γιὰ τὸν ὅσιο Ἰωάννη τὸ Ρῶσο, τὸν ὅποιο μάλιστα καλοῦσε γιὰ βοήθεια μαζὶ μὲ τὸν ὅσιο Δαβίδ. Ὅταν καλοῦσε καὶ τοὺς δύο, ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὅτι ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἤτανε ἀναγκαῖος ὡς νεώτερος, νὰ τρέξει γρηγορότερα, ἐπειδὴ ὁ ὅσιος Δαβὶδ ἤτανε γηραιός. Μὲ τὸν ὅσιο Ἰωάννη ὅμως δὲν γινόταν ἐπιτακτικός, ὅπως μὲ τὸν ὅσιο Δαβίδ.

Ντρεπόταν ἀκόμη καὶ νὰ λειτουργήσει στὸ Προσκύνημα τοῦ ὅσιου Ἰωάννη, στὸ Προκόπι. Τοῦ ζητοῦσαν:
-Ἐλᾶτε, π. Ἰάκωβε, νὰ λειτουργήσετε στὸν ὅσιο Ἰωάννη.
Καὶ κεῖνος ἀπαντοῦσε:
-Εἶμαι ἄξιος ἐγὼ ὁ χοϊκὸς νὰ βρεθῶ μπροστὰ στὸ θεῖο Ἰωάννη!
Καὶ πάντα, ὅταν πρόφερε τὸ ὄνομα τοῦ ὅσιου Ἰωάννη, τὸν ὁποῖο συχνότερα ἔλεγε «θεῖο Ἰωάννη» καὶ «Ὁμολογητή», ἡ φωνή του στὶς λέξεις «θεῖος» καὶ «Ὁμολογητὴς» ἔπαιρνε μιὰ μεγαλόπρεπη ἐπισημότητα, λὲς κι ἔβλεπε τὸν ἅγιο μπροστά του καὶ τὸν προσφωνοῦσε ὡς βασιλέα.


Τὸν ὅσιο Ἰωάννη ὄχι μόνο τὸν παρακαλοῦσε νὰ συντρέχει στὶς ἀνάγκες τῶν πιστῶν, μὰ τὸν ἔβλεπε ζωντανό, ἔξω ἀπὸ τὴ λάρνακά του, νὰ σπεύδει σὲ βοήθεια. Τὸ 1986, ὁ π. Ἰάκωβος διηγόταν πὼς ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἐργάζεται ζωντανὸς ἔξω ἀπὸ τὴ λάρνακα. Τὸν ρώτησα χαμηλόφωνα, καθὼς καθόμουν δίπλα του:
-Τὸν εἴδατε σεῖς ἔξω;

Ὁ γέροντας συνέχισε, γιατί στὴ συζήτηση βρισκόσανε κι ἄλλοι. Τὸ ἴδιο ἐρώτημα, τοῦ τὸ ἔκανα δυὸ φορὲς ἀκόμα, χαμηλόφωνα, νὰ μὴν ἀκούσουνε οἱ ἄλλοι. Τότε ἀφοπλιστικά, χωρὶς ν’ ἀλλάξει ρυθμό, ἀπάντησε:
-Ἀφοῦ τὸν βλέπεις τὸ πρωί, ποὺ μαζεύεται ὁ Ἅγιος καὶ μπαίνει στὴ λάρνακά του! Εἶναι ὧρες ποὺ δὲ βρίσκεται στὴ λάρνακα!
Τὸ θαῦμα τοῦτο, ὅτι κάποτε ὁ Ἅγιος Ἰωάννης δὲ βρίσκεται στὴ λάρνακά του, τὸ ἔχουνε διαπιστώσει καὶ ἄλλοι, ὅπως ὁ ἱερέας-προϊστάμενος τοῦ Προσκυνήματος. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ἀξίωνε τὸ μακαριστὸ γέροντα μὲ διαλογικὴ συζήτηση ἐναργῆ καὶ ἀφοπλιστική. Ἀκόμα περισσότερο, ὁ γέροντας ἔβλεπε ὁλόσωμο καὶ ζωντανὸ τὸν Ὅσιο, μὲ τὸν ὅποιο συζητοῦσε. Ἐπιστρέφοντας ἀπὸ ἰατρικὲς ἐξετάσεις, πέρασε, ὅπως πάντα, νὰ προσκυνήσει τὸν ὅσιο Ἰωάννη. Γονάτισε στὴ λάρνακα τοῦ ὁσίου καὶ σὲ λίγο εἶδε τὸν Ὅσιο νὰ τοῦ λέει. καθὼς τὰ διηγήθηκε ὁ ἴδιος ὁ γέροντας:
-Ἔχω μιὰ δουλειὰ τώρα καὶ πρέπει νὰ φύγω. Ἐσὺ νὰ μὴ δεχτεῖς νὰ κάνεις Ἑσπερινὸ μέχρι νὰ ἐπιστρέψω.

Ὅταν γύρισε ὁ Ἅγιος, τοῦ εἶπε:
-Νομίζεις ὅτι εὐλογῶ ὅλους ὅσους ἔρχονται ἐδῶ; Νά, αὐτὴ τὴ γυναίκα, ποὺ προσκύνησε τώρα μὲ τὰ παιδιά της, δὲν τὴν εὐλόγησα.
«Γιατί»; ρώτησε ὁ π. Ἰάκωβος.
-Γιατί βλαστημάει τὰ παιδιά της!

Πηγή: Ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ὁ Μακαριστὸς Ἰάκωβος Τσαλίκης», Ἡλιαχτίδα