Πολλές φορές εἶχα ἀκούσει τούς Δωδεκανήσιους συμφοιτητές μου νά μιλοῦνε μέ πολύ σεβασμό γιά τόν ἄγνωστο σέ μένα, π. Ἀμφιλόχιο, τόν
Γέροντα τῆς Πάτμου, ὅπως τόν ἔλεγαν. Ἀλλά καί ἡ καθηγήτρια τῶν Παιδαγωγικῶν τῆς Σχολῆς μας, μακαριστή Μαρία Πετρούτσου, πολλές φορές κατά τή διάρκεια τῶν παραδόσεών της ἀνέφερε γνῶμες τοῦ κληρικοῦ αὐτοῦ. Αὐτά ἄναψαν τήν ἐπιθυμία μου νά τόν γνωρίσω.
Ἡ εὐκαιρία δέν ἄργησε νά ρθεῖ. Μιά μέρα στό διάλειμμα μέ πλησίασε ὁ Ροδίτης συμφοιτητής μου Λουκᾶς καί μοῦ λέγει: «ἦρθε στή Ρόδο γιά ἰατρικές ἐξετάσεις ὁ π. Ἀμφιλόχιος, θέλεις νά πᾶμε νά τόν γνωρίσεις;» Δόξασα τό Θεό γιά τήν εὐκαιρία πού μοῦ ἔδωσε νά ἰκανοποιήσω μιά ἐπιθυμία μου. «Κανόνισε, τοῦ λέγω, νά πᾶμε».