Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2019

Κυριακὴ Ι' Λουκᾶ: Ὁμιλία περὶ τῆς σταθερότητος τὴν ὁποίαν χρεωστοῦμε νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν εὐσέβειαν τῆς Ἁγίας μας Πίστεως


Προκόπιος ὁ Μεγαλοσπηλαιώτης

«Ἀποκριθεῖς δὲ ὁ ἀρχισυνάγωγος ἀγανακτῶν, ὅτι τῷ Σαββάτω ἐθεράπευσεν ὁ Ἰησοῦς, ἔλεγε τῷ ὄχλω. Ἐξ ἡμέραι εἰσὶν ἐν αἶς δεῖ ἐργάζεσθαι. Ἐν ταύταις οὒν εἰσερχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τὴ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου».

Αὐτός, ἐσκοτισμένος ἀπὸ τὸ πάθος τοῦ φθόνου ὁ ὁποῖος τοῦ ἐκυρίευε τὴν καρδίαν ἐναντίον τοῦ Ἰησοῦ, ὄχι μόνον ἔκλεισε τὰ ὦτα του γιὰ νὰ μὴν ἀκούει τὴν ἀπόρρητον σοφία τοῦ Ἰησοῦ, ὄχι μόνον ἐσφράγισε τοὺς ὀφθαλμούς του γιὰ νὰ μὴ βλέπει τὴν θείαν ἐκείνην ἐνέργεια τῶν θαυμάτων του, τὰ ὁποῖα ἤσαν ἱκανὰ νὰ στρέψουν κάθε καρδία στὴν πίστη καὶ στὸν σεβασμὸ τοῦ θείου ὑποκειμένου του, ἀλλὰ καὶ τὸν κατεδίκασε μάλιστα μὲ μίαν τολμηρᾶν αὐθάδειαν ἐνώπιόν του λαοῦ ὡς παραβάτην τοῦ νόμου. Καὶ αὐτὸ διότι ἐθαυματούργησε κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, καὶ ἐθεράπευσε μὲ ἕνα μόνον λόγο μίαν δυστυχισμένην γυναίκα ἀπὸ μίαν ἀνίατον ἀσθένειαν, ἡ ὁποία τὴν ἐτιμωροῦσε ἐπὶ δεκαοκτὼ χρόνους. «… Ἐξ ἡμέραι εἰσίν, ἐν αἶς δεῖ ἐργάζεσθαι. Ἐν ταύταις οὒν εἰσερχόμενοι θεραπεύεσθε, καὶ μὴ τὴ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου». Τώρα θέλετε ἄλλην μεγαλυτέραν ἀναισθησίαν ἀπὸ αὐτὴν ποὺ ἐκυρίευσε τοῦτον τὸν ἄθλιον ἀρχισυνάγωγον μέσα σὲ ἐκείνην τὴν Συναγωγήν, ὅπου ἐδίδασκε καὶ θαυματουργοῦσε ὁ Ἰησοῦς; Πόσοι τέτοιοι ὅμως εὑρίσκονται ἀκόμη καὶ στὴν Ἐκκλησίαν μας, οἱ ὁποῖοι κλείνουν τοὺς ὀφθαλμούς των στὰ φῶτα τῆς πίστεώς μας γιὰ νὰ μὴ βλέπουν τὶς θαυματουργίες της, καὶ σφραγίζουν τὴν ἀκοήν τους γιὰ νὰ μὴν ἀκούουν τὶς οὐράνιες διδασκαλίες της; Ἔτσι γίνονται ὅμοιοι μὲ τὰ ἀναίσθητα εἴδωλα τῶν ἐθνῶν.

Τρία προτερήματα πρέπει νὰ διαθέτουν οἱ καρπερὲς ρίζες τῶν δένδρων. Πρέπει νὰ εἶναι σταθερές, γιὰ νὰ κρατοῦν τὸ δένδρον ἀσάλευτο στὶς προσβολὲς τῶν ἀνέμων. Νὰ εἶναι βαθεῖες, γιὰ νὰ τὸ τρέφουν μὲ τὴν γονιμότητα τῆς γῆς. Νὰ εἶναι καρποφόρες, γιὰ νὰ τὸ πλουτίζουν μὲ καρπούς. Αὐτὰ τὰ τρία ἀποτελοῦν καὶ τὶς πλέον ἐξαίρετες ἀρετὲς τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι στερεά, γιὰ νὰ κρατᾶ τὸν νοῦ τοῦ ἀνθρώπου σταθερὸν στὴν ἀρχικὴν παραδοχὴ τῆς ἀληθείας, καὶ νὰ μὴ τὸν ἀφήνει νὰ ταλαντεύεται ἀπὸ τὶς προσβολὲς τῶν ἐναντίων περιστάσεων. Πρέπει νὰ εἶναι βαθεία, γιὰ νὰ τὸν τρέφει μὲ τὴν μετάληψη τῶν θείων μυστηρίων. Πρέπει νὰ εἶναι καρποφόρος, γιὰ νὰ πλουτίζει τὴν καρδία τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν καλῶν ἔργων. «Τὸ γὰρ ἐπίστασθαί σε ὁλόκληρος δικαιοσύνη, καὶ τὸ εἰδέναι τὸ κράτος σου, ρίζα ἀθανασίας».

Προσέχετε γιὰ νὰ καταλάβετε. Ἡ χριστιανικὴ πίστις δὲν εἶναι καμία πίστις ἁπλή, ποὺ ἠμπορεῖ νὰ γεννήσει στὸν νοῦ μᾶς κάποιαν ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ εἶναι μία πίστις οὐράνιος, ἡ ὁποία δὲν καταδέχεται κανένα κίνημα δισταγμοῦ ἢ ἀμφιβολίας. Καὶ τὸ αἴτιον αὐτῆς τῆς ἀναντιρρήτου βεβαιότητος εἶναι ἡ θεία ἀλήθεια, ἐπάνω στὴν ὁποία θεμελιώνεται αὐτὴ ἡ ἁγία πίστις τῶν χριστιανῶν. Ἡ ἐμπιστοσύνη ποὺ δίδουμε ἐμεῖς στὰ λόγια ἑνὸς ἀνθρώπου, ἔχει ὡς θεμέλιόν της δύο ἀφορμές. Ἡ μία εἶναι ἡ γνῶσις του, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ἀγαθότης του. Καὶ ἔτσι στοχαζόμεθα ὅτι αὐτὸς ποὺ μᾶς ὁμιλεῖ, δὲν μᾶς παραπλανᾶ μὲ ὅσα μᾶς λέγει. Ἐπειδὴ ἔχει ὀρθὴν γνώση τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθὸς ἄνθρωπος. Γι’ αὐτὸ καὶ δίδουμε περισσοτέραν ἐμπιστοσύνη στὰ λόγια ἑνὸς σοφοῦ παρὰ στὰ λόγια ἑνὸς ἀμαθοῦς. Καὶ περισσότερον ἐμπιστευόμεθα ἕναν ἐνάρετον παρὰ ἕναν πονηρόν. Ἂν εἶναι ἔτσι, γίνεται φανερὸν ὅτι ἐμεῖς ὀφείλουμε νὰ δίδωμε μίαν ἄπειρον πίστη σ’ ἐκεῖνα ποὺ μᾶς λέγει ὁ Θεός, ἐὰν βέβαια ὁ νοῦς μᾶς ἦταν ἱκανὸς γιὰ μίαν τοιαύτην ἀπειρότητα πίστεως. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι οὐσιώδης σοφία, εἶναι ἀδύνατο νὰ μὴ γνωρίζει τὰ πράγματα κατὰ τὴ φυσικήν τους ὀντότητα. Καὶ ἐπειδὴ αὐτὸς εἶναι ἡ καθ’ αὐτὸ ἀγαθότης καὶ ἀλήθεια, εἶναι ἀδύνατον νὰ μᾶς ἀπατήσει σὲ ὅσα μᾶς λέγει. Ὅθεν ἐμεῖς εἴμεθα περισσότερον ἀπὸ βέβαιοι, ὅτι δὲν ἀστοχοῦμε ὅταν δίδομε ὅλην μας τὴν πίστη σὲ ἕναν πάνσοφον καὶ πανάγαθον Κύριον. Ἡ αἰτία λοιπὸν γιὰ τὴν ὁποία χρεωστοῦμεν ἐμεῖς οἱ χριστιανοὶ νὰ κρατοῦμε ὡς βεβαῖα τὴν πίστη μας, δὲν εἶναι ὅτι ἐγεννήθημεν μέσα σὲ αὐτήν. Δὲν εἶναι ὅτι ἀνετράφημεν μὲ τὸ γάλα τῆς διδασκαλίας της. Δὲν εἶναι γιὰ τὸ παράδειγμα ποὺ ἔχουμε ἀπὸ τοὺς προγόνους μας στὸ νὰ κρατοῦμε ὡς βεβαίαν αὐτὴν τὴν πίστη. Οὔτε οἱ ἰσχυρὲς ἀποδείξεις ποὺ προβάλλουν ἐπάνω στὴν ἀλήθειάν της οἱ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἀλλὰ ἡ πρώτη καὶ καθ’ αὐτὸ αἰτία γιὰ τὴν ὁποία πρέπει νὰ κρατῶμεν ὡς βεβαῖα τὴν πίστη μᾶς εἶναι ὅτι τὴν ἐφανέρωσεν ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς στὴν ἁγίαν μας Ἐκκλησία, καὶ διὰ μέσου της Ἐκκλησίας μᾶς τὴν ἐφανέρωσε καὶ σ’ ἐμᾶς.

Ἀκοῦστε ἕνα θαυμαστὸν γεγονὸς ἐπάνω σ’ αὐτὴν τὴν ἀλήθεια. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Μαξιμιανοῦ, ἐπαρουσιάσθη στὸν ἔπαρχο τοῦ βασιλέως αὐτοῦ, ὀνομαζόμενον Ἀσκληπιάδην, ἕνας χριστιανός, τὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου ἦταν Ρωμανός, καὶ ὁμολόγησε τὸν Χριστὸν Θεὸν ἀληθινόν, ὑβρίζοντας τοὺς ψευδώνυμους θεοὺς τῶν Ἑλλήνων. Ἄρχισαν λοιπόν, διὰ προσταγῆς τοῦ ἐπάρχου, νὰ τὸν βασανίζουν, βιάζοντας τὸν νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸν καὶ νὰ προσκυνήσει τὰ εἴδωλα. Ὁ ἅγιος ὅμως δὲν ἠσθάνετο τόσον τοὺς πόνους τῶν βασάνων στὸ σῶμα του, ὅσον ἠσθάνετο μίαν λύπη στὴν καρδία του, ἐπειδὴ δὲν ἠμποροῦσε νὰ πείσει τὸν ἔπαρχο νὰ γνωρίσει τὸν ἀληθινὸν Θεό. Καὶ ἐπειδὴ μὲ τὰ λόγια δὲν κατόρθωνε τίποτε, ἠθέλησε νὰ τὸν καταπείσει μὲ ἕνα θαῦμα, ποὺ ἐσκέφθη νὰ κάμει μὲ τὴν δύναμη τοῦ Κυρίου. Ὅθεν, λησμονώντας τοὺς πόνους του, στρέφεται κάποιαν στιγμὴ στὸν ἔπαρχον, καὶ τοῦ ὁμιλεῖ μὲ τὸν τρόπον τοῦτον: Ὢ Ἀσκληπιάδη, ἐὰν δὲν θέλεις νὰ πεισθεῖς στὰ λόγια τὰ ἰδικά μου, ποὺ κηρύττω τὸν Χριστὸν Θεὸν ἀληθινόν, ρώτα ἔστω ἐκεῖνο τὸ βρέφος, ποὺ εἶναι τόσον ἄκακο, γιὰ νὰ μάθεις αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸ στόμα του. Καὶ λέγοντας ἔτσι, κάνει νεῦμα σὲ μιὰ γυναίκα χριστιανὴν ποὺ ἔστεκεν ἐκεῖ καὶ κρατοῦσε στὶς ἀγκάλες τῆς ἕνα βρέφος μικρὸν καὶ τὸ παρουσίασε στὸν ἔπαρχο. Αὐτό, ἀφοῦ ἠρωτήθη, ὕψωσε τὴν φωνήν του καὶ ἐκήρυξε τὸν Χριστὸν Θεὸν ἀληθινόν. Συγχυσμένος λοιπὸν ὁ Ἀσκληπιάδης γιὰ τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν ποὺ ἤκουσεν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ βρέφους, τὸ ἐρωτὰ πάλι ποῖος τὸ ἐδίδαξεν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός. Καὶ αὐτὸ ἀποκρίνεται ὅτι τὸ ἔμαθεν ἀπὸ τὴν μητέρα του, καὶ ἡ μητέρα τοῦ τὸ ἔμαθεν ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ ὡραιοτέρα ἀπόκρισις, τὴν ὁποία πρέπει νὰ δίδει ἕνας χριστιανός, σ’ ἐκείνους ποὺ συμβαίνει νὰ τὸν ἐρωτήσουν μὲ τρόπον παρόμοιον γιὰ τὴν ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας. Ποῖος σὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεὸς ἀληθινός, ὅτι εἶναι υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἀπέθανε γιὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ κόσμου, ὅτι ἀνέστη τριήμερος, ὅτι μέλλει κάποτε νὰ κρίνει ὅλο το γένος τῶν ἀνθρώπων; Ποῖος μὲ ἐβεβαίωσε; Μὲ ἐβεβαίωσεν ἡ Μητέρα μου ἡ Ἁγία Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὴ τὸ ἔμαθεν ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν Θεόν.

Ἰδοὺ πῶς ἠκολούθησαν τὰ πράγματα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς πίστεως στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους του, οἱ Ἀπόστολοι τὰ παρέδωσαν στὴν Ἐκκλησίαν, ἡ Ἐκκλησία τὰ ἐδίδαξε σ’ ἐμᾶς. Βεβαίως δὲν εἶναι ἀναγκασμένοι ὅλοι οἱ χριστιανοὶ νὰ γνωρίζουν εἰς βάθος ὅλα τα ἀπόρρητα μυστήρια τῆς πίστεώς μας, ἔχουν ὅμως ὅλοι χρέος νὰ γνωρίζουν ὁρισμένα, τὰ πλέον ἐξαίρετα καὶ σωτήρια, καὶ νὰ τὰ πιστεύουν ἀδιστάκτως. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ μυστήρια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιέχονται στὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως, ποὺ εἶναι τόσον ἀναγκαῖον νὰ πιστεύονται ἀδιστάκτως, ὥστε εἶναι δύσκολο νὰ σωθεῖ ὅποιος ἀμφιβάλλει καὶ σὲ ἕνα μόνον.

Δὲν εἶναι ὅμως ἀρκετὸν γιὰ τὴν σωτηρίαν ἑνὸς χριστιανοῦ νὰ γνωρίζει μόνο τὴν ἐξήγηση τῶν μυστηρίων τῆς πίστεώς μας, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζει ἀκόμη καὶ ἄλλα πολλά τα ὁποῖα ἀποβλέπουν στὴν σωτηρία του. Εἶναι ἀναγκαῖον σὲ κάθε χριστιανὸν νὰ γνωρίζει ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ θέλησις τοῦ ἀνθρώπου στὸ νὰ μετανοήσει ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες του, ἀλλὰ χρειάζεται νὰ συνεργήσει καὶ ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὁποία δὲν χαρίζεται οὔτε σὲ ὅλους τους καιρούς, οὔτε σὲ ὅλους τους ἁμαρτωλούς. Καὶ μάλιστα εἶναι τὸ πλέον δύσκολο νὰ δοθεῖ σὲ ἕναν ἁμαρτωλὸ ποὺ ἔφθασε νὰ λησμονήσει τὸν Θεὸν γιὰ πολὺν καιρόν, δουλεύοντας ἀκατάπαυστα κάτω ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς ἁμαρτίας. Καὶ τοῦτο τὸ βλέπουμε φανερὰ σὲ πολλοὺς οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουν ἀμετανόητοι μέσα στὴν ἁμαρτία τους, ἐνῶ διατηροῦσαν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ εὕρουν κάποιαν εὐκαιρία μετανοίας. Ἀπὸ τὴν ἀμάθειαν προέρχεταί το ὅτι πολλοὶ χριστιανοὶ εἶναι τόσον ἀμέριμνοι γιὰ τὴν σωτηρία τους, ὥστε, μολονότι καθημερινῶς ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Παράδεισον μὲ τὶς ἀδιακόπους ἁμαρτίες τους, παρ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν ὅτι εὑρίσκονται πλησίον στὴν θύρα τοῦ Παραδείσου. Πόσον ἀναγκαῖον εἶναι νὰ γνωρίζουν οἱ χριστιανοὶ ὅτι ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα ἄπειρον κακό, καὶ πὼς ὁ Θεὸς ἔχει ἕνα ἄπειρον μίσος γι’ αὐτήν, διότι προξενεῖ ἄπειρον ὕβριν στὴν θείαν τοῦ μεγαλειότητα! Ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀμάθεια συμβαίνει νὰ νομίζουν πολλοὶ ὅτι ὅσον κακὸν εἶναι νὰ πέσει κάποιος μίαν φορᾶν σὲ μίαν ἁμαρτίαν, τόσον εἶναι νὰ πέσει καὶ πολλὲς φορές. Ἄχ! πόσες ζημίες προέρχονται στὶς ψυχὲς τῶν χριστιανῶν ἀπὸ παρόμοιες ἀμάθειες! Ἡ ψυχὴ ἡ ἀμαθής, σκεπασμένη ἀπὸ τὸ σκότος τῆς ἀγνωσίας της, δὲν πείθεται στὶς φωνὲς τῆς Ἐκκλησίας, δὲν κινεῖται σὲ κανένα καλὸν ἀπόχτημα, δὲν ἀποφεύγει κανένα κίνδυνον.

Καὶ ἂν εἶναι ἄξιοι καταδίκης τόσοι ἀσεβεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν μέσα στὸ σκότος τῆς ἀσεβείας καὶ δὲν βλέπουν τὴν ἀλήθειαν, πόσης καταδίκης ἄξιοι εἶναι ἄραγε οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι, ποὺ ἐγεννήθησαν μέσα στὸ φῶς τῆς εὐσεβείας, καὶ κλείνουν θεληματικῶς τοὺς ὀφθαλμούς των γιὰ νὰ μὴ βλέπουν τὴν ὁδὸ τῆς σωτηρίας τους; Λέγουν ὅτι δὲν ἔχουν χρόνο νὰ ἐξετάσουν γιὰ νὰ μάθουν, διότι εἶναι κοσμικοὶ καὶ ἔχουν τὶς φροντίδες τοῦ σπιτιοῦ τους, ἔχουν νὰ οἰκονομήσουν τὴν οἰκογένεια καὶ τόσες ἄλλες ὑποθέσεις. Τί σημαίνει ὅμως αὐτό; Ἂν ἔχουν οἰκογένεια καὶ παιδιά, δὲν ἔχουν ἄραγε καὶ ψυχὴν νὰ οἰκονομήσουν; Γιὰ τὴν ψυχὴν οὐδεὶς λόγος, καμία ἐπιμέλεια. Ἐπειδὴ εἶναι κοσμικοί, νομίζουν ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ ζήσουν ὡς χριστιανοί, νὰ περιπατήσουν ὡς τέκνα φωτός. Ὢ ἀναισθησία μεγάλη!

Μία πίστις λοιπὸν τόσον ἀνάβαθη, δὲν εἶναι καθόλου περίεργον νὰ μένει ἐξ ἴσου ἄκαρπη. Ἡ ἐκλεκτὴ πίστις πρέπει ὄχι μόνον νὰ εἶναι σταθερὰ στὴν βεβαιότητα καὶ βαθεία στὴν γνῶσιν, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἀκόμη καὶ καρποφόρος στὰ ἔργα τῆς εὐσεβείας. «Δεῖξον μοὶ τὴν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου, καγῶ δείξω σοὶ ἐκ τῶν ἔργων μου τὴν πίστιν μου», λέγει ὁ θεῖος Ἰάκωβος. Ἡ πίστις εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὰ καλὰ ἔργα, καθὼς ἡ ρίζα τοῦ δένδρου εἶναι συνδεδεμένη μὲ τοὺς καρπούς.

Ἕνας χριστιανὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος κρατᾶ στὴν καρδία τοῦ τὴν ρίζα τῆς πίστεως σταθεράν, ἔπειτα ὅμως δὲν γεννᾶ καρποὺς τῆς πίστεως, αὐτὸς βεβαίως «ἐκκόπτεται, καὶ εἰς πῦρ βάλλεται», ὅπως τὸ ἄκαρπον δένδρον. Διότι ἡ χριστιανικὴ πίστις δὲν εἶναι μόνον ἕνα φῶς οὐράνιον, ποὺ φωτίζει τὸν νοῦ νὰ γνωρίζει τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ εἶναι καὶ μία δύναμις ἡ ὁποία βοηθεῖ συγχρόνως τὴν θέληση νὰ ἐργάζεται τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Δὲν εἶναι δύναμις μόνον θεωρητικὴ ἀλλὰ καὶ πρακτική. Ἡ ἀρχὴ τῆς πίστεως εἶναι ἡ θεωρία καὶ ἡ γνῶσις. Ἀλλὰ τὸ τέλος της, ἡ ὁλοκλήρωσίς της, εἶναι ἡ πράξις. Γι’ αὐτὸ ἡ πίστις μᾶς ὀνομάζεται ἀπὸ τὸν Θεὸν οὐράνιος ἀρραβώνας: «Καὶ μνηστεύσομαί σε ἐμαυτῶ ἐν πίστει», γιὰ νὰ καταλάβωμε ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο τοῦ ἀρραβῶνος εἶναι ἡ καρποφορία τῶν ἀρετῶν. Ἂν μιὰ φωτιὰ δὲν ἔχει τὴν ὕλην ποὺ ἀπαιτεῖται γιὰ νὰ συντηρηθεῖ, τότε χάνει τὴν δύναμή της καὶ ἀποθνήσκει. Καὶ ἡ πίστις, ποὺ εἶναι ἕνα οὐράνιον φῶς τὸ ὁποῖον ἀνάπτει μέσα στὸν νοῦ μας, ἀποθνήσκει ὅταν ἐμεῖς δὲν τὴν βοηθοῦμε μὲ τὰ καλὰ ἔργα, καὶ μένει ἀνενέργητος. «Σὺ πιστεύεις ὅτι ὁ Θεὸς εἰς ἐστί. Καλῶς ποιεῖς. Καὶ τὰ δαιμόνια πιστεύουσι καὶ φρίττουσι. Θέλεις δὲ γνῶναι, ὢ κενὲ ἄνθρωπε, ὅτι ἡ πίστις χωρὶς τῶν ἔργων, νεκρά ἐστι;». Ὅταν ἡ πίστις δὲν συνοδεύεται ἀπὸ καλὰ ἔργα, δὲν τῆς ἁρμόζει πλέον τὸ ὄνομα τῆς πίστεως. Ὅπως ἕνα ἀνθρώπινον σῶμα, ὅταν χωρισθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, μένει νεκρὸ καὶ δὲν ἠμπορεῖ πλέον νὰ ὀνομασθεῖ ἄνθρωπος.

Τώρα σᾶς ἀφήνω νὰ στοχασθεῖτε πόσον εὔκολον εἶναι νὰ διαφθαρεῖ ἡ πίστις ἐντελῶς ὅταν εἶναι ἀποθαμένη. Εἶναι ἀληθῶς πολὺ δύσκολο νὰ παραμείνει ζωντανὴ ἡ πίστις μέσα στὴν καρδίαν ἑνὸς ἁμαρτωλοῦ, ἡ ὁποία εἶναι ὡσὰν μία βρωμερὰ φυλακὴ ποὺ τοῦ στερεῖ τὴν ζωὴ μίαν ὥραν ἐνωρίτερα.

Ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, γιὰ νὰ μὴν συμβεῖ σὲ μᾶς μία τοιαύτη μεγάλη δυστυχία, ἃς ἀκούσομε τὴν συμβουλὴν τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, ὁ ὁποῖος μᾶς λέγει νὰ ἐρευνοῦμε πάντοτε τὸν ἐαυτόν μας, γιὰ νὰ διαπιστώνωμε ἂν εὐρισκώμεθα μέσα στὴν πίστιν. «Ἑαυτοὺς πειράζετε εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε». Διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀποκτήσωμε ἐμεῖς τὴν πίστιν, ἀλλὰ καὶ ἡ πίστις πρέπει νὰ ἀποκτήσει ἐμᾶς, νὰ μᾶς κάνει κτῆμα της, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐργαζώμεθα ἐμεῖς μὲ τὴν δύναμη τῆς πίστεως, καὶ ἡ πίστις νὰ ἐνεργεῖ μὲ τὴν ἰδικὴν μᾶς ἐργασία. Καὶ ὅλα μας τὰ ἔργα νὰ περνοῦν ἀπὸ τὰ χέρια της, νὰ ἔχουν αὐτὴν ὡς κριτήριο, καὶ νὰ κανονίζονται ἀπὸ τοὺς ἰδικοὺς τῆς σκοπούς. Ἃς ἐξετάζομε τὸν ἐαυτόν μας μήπως ἡ πίστις στὴν καρδία μας δὲν εἶναι σταθερά. Μήπως ταλαντεύεται ἀπὸ τὶς ἀμφιβολίες ποὺ ἠμποροῦν καμμίαν φορᾶν νὰ περνοῦν ἀπὸ τὸν λογισμόν μας, ἢ μὲ τὴν συνεργία τοῦ δαίμονος, ἢ ἐξ αἰτίας τῶν σαρκικῶν μας παθῶν, τὰ ὁποῖα κινοῦνται σὰν λαίλαπες γιὰ νὰ σβήσουν τελείως ἀπὸ τὴν καρδία μᾶς αὐτὸν τὸν πυρσὸν τῆς πίστεως. Ἃς ἐρευνοῦμε μήπως πιστεύομε μὲ πίστιν ἀνθρωπίνην, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ ἄλλοι χριστιανοὶ πιστεύουν μὲ πίστιν θείαν. «Ἔχετε πίστιν Θεοῦ», μᾶς λέγει ὁ Κύριος. Πίστιν Θεοῦ ἐννοεῖ πίστιν ποὺ ἔχει τὴν ἀρχή της ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ἐπεκτείνεται στὸν Θεόν, αὐτὸν ἔχει κατάληξή της. Καὶ ὅταν βεβαιωθεῖ ἡ καρδία μας ὅτι ἔχομε πίστιν Θεοῦ ἀληθινήν, ἃς ἐρευνήσομε ἀκολούθως ἐὰν αὐτὴ ἡ πίστις εἶναι βαθέως ριζωμένη μέσα στὴν γνώση τῶν μυστηρίων ἐκείνων ποὺ ὀφείλουν οἱ χριστιανοὶ νὰ γνωρίζουν λεπτομερῶς.

Ἃς μὴν περνᾶ ἀπὸ τὸν νοῦ σᾶς ἀδελφοὶ ὅτι τὸ ὄνομα χριστιανὸς μέλλει νὰ μᾶς τιμήσει ἐνώπιόν του Θεοῦ, ἐὰν μᾶς λείπει ἡ ζωὴ τοῦ χριστιανοῦ. Μάλιστα αὐτὸ τὸ ὄνομα θὰ συμβάλει στὸ νὰ μᾶς ἀποστραφεῖ ὁ Θεός, ἐὰν παρουσιασθεῖ γυμνὸν ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Τὸ πολύτιμον καὶ εὐωδέστατον μύρον τῶν μυστηρίων μας, τὸ καθαρτικότατον ὕδωρ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, τὸ δυναμικότατον ἔλαιον τοῦ ἁγίου Χρίσματος, ὅλα αὐτὰ τὰ τόσον σωτήρια φάρμακα τῆς ψυχῆς μας, μέλλουν νὰ χρησιμεύσουν στοὺς ἁμαρτωλοὺς γιὰ νὰ φανοῦν πιὸ ἁμαρτωλοὶ ἐνώπιόν του προσώπου τοῦ Κυρίου μας. Διότι τὰ ἐμόλυναν μὲ τὶς μολυσμένες πληγὲς τῶν ἁμαρτιῶν τους. Καὶ ὅπως εἶπε ὁ ἴδιος, πρόκειται νὰ τοὺς τιμωρήσει σκληρότερα ἀπὸ ἐκείνους τοὺς εἰδωλολάτρες τῆς Τύρου καὶ τῆς Σιδῶνος. «Λέγω ὑμίν, Τύρω καὶ Σιδώνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρα κρίσεως, ἢ ὑμίν».

«Ἑαυτοὺς πειράζετε, εἰ ἐστὲ ἐν τῇ πίστει, ἑαυτοὺς δοκιμάζετε» καὶ παρακαλεῖτε τὸν Χριστὸν καὶ Θεόν, νὰ σᾶς χαρίζει τὴν ἑνότητα, τὴν σταθερότητα τῆς πίστεως, νὰ μὴ μεταβάλλεται αὐτὴ ἀπὸ συνεχεῖς αὐξομειώσεις. Τέλος, ἡ στάθμη καὶ ἡ λυδία λίθος μὲ τὰ ὁποῖα ἠμπορεῖτε νὰ δοκιμάζετε τὸν ἐαυτόν σας, ἐὰν ἡ πίστις εὑρίσκεται ριζωμένη μέσα στὴν καρδία σας, καὶ ἐὰν σεῖς εὐρίσκεσθε μέσα στὴν χάρη τῆς πίστεως, εἶναι νὰ ἔχετε ὑπομονὴν στὶς θλίψεις σας, καὶ νὰ καρποφορεῖτε πάντοτε στὰ ἔργα τῆς ἀρετῆς. Τότε θὰ βεβαιωθεῖτε, ναί, ὅτι ὅλος ὁ Χριστὸς κατοικεῖ μέσα στὴν ψυχή σας, καὶ σεῖς εὐρίσκεσθε ὅλοι μέσα στὴν χάρη του. «Ἢ οὐκ ἐπιγινώσκετε ἑαυτοὺς ὅτι Ἰησοῦς Χριστὸς ἐν ὑμίν ἐστι, εἰ μὴ τί ἀδόκιμοι ἐστέ;», ἔτσι μᾶς βεβαιώνει ὁ θεῖος Παῦλος. Καὶ ὁ Κύριος μας παραγγέλλει: «Μείνατε ἐν ἐμοί, καγῶ ἐν ὑμίν». Καὶ ἔτσι εἶναι ὅλη ἡ ἀλήθεια.

Πηγή: (18ος αἰὼν - "Αὐλὸς Ποιμενικός", σέλ. 190. Ἀποσπάσματα ἀπὸ τὸ βιβλίο "Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον", σελὶς 387 καὶ ἑξῆς. Ἐπιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλᾶς), Τράπεζα Ἰδεῶν