Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2019

Ὁ Ἅγιος Ἀνδρέας ὁ Ἀπόστολος, ὁ Πρωτόκλητος

 

Ὁ Ἀνδρέας, ψαρὰς στὸ ἐπάγγελμα καὶ ἀδελφός του Ἀποστόλου Πέτρου, ἦταν ἀπὸ τὴ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας καὶ τὸν πατέρα τοῦ τὸν ἔλεγαν Ἰωνά. Ἐπειδὴ κλήθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο πρῶτος στὴν ὁμάδα τῶν μαθητῶν, ὀνομάστηκε πρωτόκλητος.Ὁ Ἀνδρέας (μαζὶ μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν εὐαγγελιστὴ) ὑπῆρξαν στὴν ἀρχὴ μαθητὲς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου. Κάποια μέρα μάλιστα, ποὺ βρισκόντουσαν στὶς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη κι ὁ Πρόδρομος τοὺς ἔδειξε τὸν Ἰησοῦ καὶ τοὺς εἶπε «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», οἱ δύο ἁπλοϊκοὶ ἐκεῖνοι ψαράδες συγκινήθηκαν τόσο πολύ, ποὺ χωρὶς κανένα δισταγμὸ κι ἐπιφύλαξη ἀφήκαν ἀμέσως τὸν δάσκαλό τους κι ἀκολούθησαν τὸν Ἰησοῦ.

Ἡ ἱστορία τῆς ζωῆς τοῦ Ἀνδρέα μέχρι τὴν Σταύρωση, τὴν Ἀνάσταση καὶ τὴν Ἀνάληψη, ὑπῆρξε σχεδὸν ἴδια μὲ ἐκείνη τῶν ἄλλων μαθητῶν. Μετὰ τὸ σχηματισμὸ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, ὁ Ἀνδρέας κήρυξε στὴ Βιθυνία, Εὔξεινο Πόντο (μάλιστα ὁ Ἀπόστολος, εἶναι ὁ ἱδρυτὴς τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Βυζαντίου ἀφοῦ ἐκεῖ ἐγκατέστησε πρῶτο ἐπίσκοπο, τὸν ἀπόστολο Στάχυ (βλέπε 31 Ὀκτωβρίου) κι αὐτοῦ διάδοχος εἶναι ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης), Θράκη, Μακεδονία καὶ Ἤπειρο. Τελικά, κατέληξε στὴν Ἀχαΐα.

Στὴν Ἀχαΐα, ἡ διδασκαλία τοῦ καρποφόρησε καὶ μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ θεράπευσε θαυματουργικὰ πολλοὺς ἀσθενεῖς. Ἔτσι, ἡ χριστιανικὴ ἀλήθεια εἶχε μεγάλες κατακτήσεις στὸ λαὸ τῆς Πάτρας. Ἀκόμα καὶ ἡ Μαξιμίλλα, σύζυγος τοῦ ἀνθύπατου Ἀχαΐας Αἰγεάτου, ἀφοῦ τὴ θεράπευσε ὁ Ἀπόστολος ἀπὸ τὴ βαρειὰ ἀρρώστια ποὺ εἶχε, πίστεψε στὸ Χριστό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐκνεύρισε τὸν ἀνθύπατο καὶ μὲ τὴν παρότρυνση εἰδωλολατρῶν ἱερέων συνέλαβε τὸν Ἀνδρέα καὶ τὸν σταύρωσε σὲ σχῆμα Χ. Ἔτσι, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας παρέστησε τὸν ἑαυτό του στὸ Θεὸ «δόκιμον ἐργάτην» (Β΄ πρὸς Τιμόθεον, 2: 15). Δηλαδὴ δοκιμασμένο καὶ τέλειο ἐργάτη τοῦ Εὐαγγελίου.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἀχαΐας θρήνησαν βαθιὰ τὸν θάνατό του. Ὁ πόνος τοὺς ἔγινε ἀκόμη πιὸ μεγάλος, ὅταν ὁ ἀνθύπατος Αἰγεάτης ἀρνήθηκε νὰ τοὺς παραδώσει τὸ ἅγιο λείψανό του, γιὰ νὰ τὸ θάψουν. Ὁ Θεὸς ὅμως οἰκονόμησε τὰ πράγματα. Τὴν ἴδια μέρα, ποὺ πέθανε ὁ ἅγιος, ὁ Αἰγεάτης τρελάθηκε κι αὐτοκτόνησε. Οἱ χριστιανοὶ τότε μὲ τὸν ἐπίσκοπό τους τὸν Στρατοκλή, πρῶτο ἐπίσκοπό των Πατρών, παρέλαβαν τὸ σεπτὸ λείψανο καὶ τὸ ‘θαψαν μὲ μεγάλες τιμές.

Ἀργότερα, ὅταν στὸν θρόνο τοῦ Βυζαντίου ἀνέβηκε ὁ Κωνστάντιος, ποὺ ἦταν γιὸς τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, μέρος τοῦ ἱεροῦ λειψάνου μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Πατρὼν στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ κατατέθηκε στὸν ναὸ τῶν ἁγίων Ἀποστόλων «ἔνδον της Ἁγίας Τραπέζης». Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου φαίνεται πὼς ἀπέμεινε στὴν Πάτρα.

Ὅταν ὅμως οἱ Τοῦρκοι ἐπρόκειτο νὰ καταλάβουν τὴν πόλη τὸ 1460 μ.Χ., τότε ὁ Θωμὰς Παλαιολόγος, ἀδελφός του τελευταίου αὐτοκράτορας Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου καὶ τελευταῖος Δεσπότης τοῦ Μοριά, πῆρε τὸ πολύτιμο κειμήλιο καὶ τὸ μετέφερε στὴν Ἰταλία. Ἐκεῖ, ἀφοῦ τὸ παρέλαβε ὁ Πάπας Πίος ὁ Β, τὸ πολύτιμο κειμήλιο ἐναποτέθηκε στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Πέτρου τῆς Ρώμης.

Τὸν Νοέμβριο τοῦ 1847 μ.Χ. ἕνας Ρῶσος Πρίγκηπας, ὁ Ἀνδρέας Μουράβιεφ δώρησε στὴν πόλη τῆς Πάτρας ἕνα τεμάχιο δακτύλου τοῦ χεριοῦ τοῦ Ἁγίου. Ὁ Μουράβιεφ εἶχε λάβει τὸ παραπάνω ἱερὸ Λείψανο ἀπὸ τὸν Καλλίνικο, πρώην Ἐπίσκοπο Μοσχονησίων, ὁ ὁποῖος μόναζε τότε στὸ Ἅγιο Ὅρος.

Στὴν πόλη τῆς Πάτρας, ἐπανακομίσθηκαν καὶ φυλάσσονται ἀπὸ τὴν 26η Σεπτεμβρίου 1964 μ.Χ. ἡ τιμία Κάρα τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπὸ τὴν 19ην Ἰανουαρίου 1980 μ.Χ. λείψανα τοῦ Σταυροῦ, τοῦ μαρτυρίου του. Ἡ ἁγία Κάρα τοῦ Πρωτοκλήτου ὕστερα ἀπὸ ἐνέργειες τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Κύπρου μεταφέρθηκε καὶ στὴν Κύπρο τὸ 1967 μ.Χ. γιὰ μερικὲς μέρες κι ἐξετέθηκε σὲ εὐλαβικὸ προσκύνημα.

Ὅπως ἀναφέρει μιὰ Κυπριακὴ παράδοση, σὲ μιὰ περιοδεία του, ὁ Ἀπόστολος Ἀνδρέας, πῆγε καὶ στὴν Κύπρο. Τὸ καράβι, ποὺ τὸν μετέφερε στὴν Ἀντιόχεια ἀπὸ τὴν Ἰόππη, λίγο πρὶν προσπεράσουν τὸ γνωστὸ ἀκρωτήρι τοῦ ἀποστόλου Ἀνδρέα καὶ τὰ νησιά, ποὺ εἶναι γνωστὰ μὲ τὸ ὄνομα Κλεῖδες, ἀναγκάστηκε νὰ σταματήσει ἐκεῖ σ’ ἕνα μικρὸ λιμανάκι, γιατί κόπασε ὁ ἄνεμος. Τὶς μέρες αὐτὲς τῆς νηνεμίας τοὺς ἔλειψε καὶ τὸ νερό. Ἕνα πρωί, ποὺ ὁ πλοίαρχος βγῆκε στὸ νησὶ κι ἔψαχνε νὰ βρεῖ νερό, πῆρε μαζί του καὶ τὸν ἀπόστολο. Δυστυχῶς πουθενὰ νερό. Κάποια στιγμή, ποὺ ἔφτασαν στὴ μέση των δύο ἐκκλησιῶν, ποὺ ὑπάρχουν σήμερα, τῆς παλαιᾶς καὶ τῆς καινούργιας, ποὺ ‘ναὶ κτισμένη λίγο ψηλότερα, ὁ ἅγιος γονάτισε μπροστὰ σ’ ἕνα κατάξερο βράχο καὶ προσευχήθηκε νὰ στείλει ὁ Θεὸς νερό. Ποθοῦσε τὸ θαῦμα, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅσοι ἦταν ἐκεῖ στὸν Χριστό. Ὕστερα σηκώθηκε, σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ τὸν βράχο καὶ τὸ θαῦμα ἔγινε. Ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ βράχου βγῆκε ἀμέσως μπόλικο νερό, ποὺ τρέχει μέχρι σήμερα μέσα σ’ ἕνα λάκκο τῆς παλαιᾶς ἐκκλησίας κι ἀπ’ ἐκεῖ προχωρεῖ καὶ βγαίνει ἀπὸ μιὰ βρύση κοντὰ στὴ θάλασσα. Εἶναι τὸ γνωστὸ ἁγίασμα. Τὸ εὐλογημένο νερό, ποὺ τόσους ξεδίψασε, μὰ καὶ τόσους ἄλλους, μυριάδες ὁλόκληρες, ποὺ τὸ πῆραν μὲ πίστη δρόσισε καὶ παρηγόρησε. Καὶ πρῶτα-πρῶτα το τυφλὸ παιδὶ τοῦ καπετάνιου.

Ἦταν κι αὐτὸ ἕνα ἀπὸ τὰ πρόσωπα τοῦ καραβιοῦ ποὺ μετέφερε ὁ πατέρας. Γεννήθηκε τυφλὸ καὶ μεγάλωσε μέσα σὲ ἕνα συνεχὲς σκοτάδι. Ποτὲ τοῦ δὲν εἶδε τὸ φῶς. Δένδρα, φυτά, ζῶα ἀγωνιζόταν νὰ τὰ γνωρίσει μὲ τὸ ψαχούλεμα. Ἐκείνη τὴν ἥμερα, ὅταν οἱ ναῦτες γύρισαν μὲ τὰ ἀσκιὰ γεμάτα νερὸ κι ἐξήγησαν τὸν τρόπο ποὺ τὸ βρῆκαν στὸ νησί, ἕνα φῶς γλυκιᾶς ἐλπίδας ἄναψε στὴν καρδιὰ τοῦ δύστυχου παιδιοῦ. Μήπως τὸ νερὸ αὐτό, σκέφτηκε, ποὺ βγῆκε ἀπὸ τὸν ξηρὸ βράχο ὕστερα ἀπ’ τὴν προσευχὴ τοῦ παράξενου ἐκείνου συνεπιβάτη τους, θὰ μποροῦσε νὰ χαρίσει καὶ σ’ αὐτὸν τὸ φῶς του ποῦ ποθοῦσε; Ἀφοῦ μὲ θαυμαστὸ τρόπο βγῆκε, θαύματα θὰ μποροῦσε καὶ νὰ προσφέρει. Μὲ τούτη τὴν πίστη καὶ τὴ βαθιὰ ἐλπίδα ζήτησε καὶ τὸ παιδὶ λίγο νερό. Διψοῦσε. Καιγόταν ἀπ’ τὴ δίψα. Ὁ ἀπόστολος, ποὺ ἦταν ἐκεῖ, ἔσπευσε κι ἔδωσε στὸ παιδὶ ἕνα δοχεῖο γεμάτο ἀπὸ τὸ δροσερὸ νερό. Ὅμως τὸ παιδὶ προτίμησε, ἀντὶ νὰ δροσίσει μὲ τὸ νερὸ τὰ χείλη του, νὰ πλύνει πρῶτα το πρόσωπό του. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! Μόλις τὸ δροσερὸ νερὸ ἄγγιξε τοὺς βολβοὺς τῶν ματιῶν τοῦ παιδιοῦ, τὸ παιδὶ ἄρχισε νὰ βλέπει!
Κι ὁ ἀπόστολος, ποὺ τὸν κοίταζαν ὅλοι μὲ θαυμασμό, ἄρχισε νὰ τοὺς μιλᾶ καὶ νὰ τοὺς διδάσκει τὴ νέα θρησκεία. Τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας πολὺ καρποφόρο. Ὅσοι τὸν ἄκουσαν πίστεψαν καὶ βαφτίστηκαν. Τὴν ἀρχὴ ἔκανε ὁ καπετάνιος μὲ τὸ παιδί του, ποὺ πῆρε καὶ τὸ ὄνομα Ἀνδρέας. Κι ὕστερα ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐπιβάτες καὶ μερικοὶ ψαράδες ποὺ ἤσαν ἐκεῖ. Πίστεψαν ὅλοι στὸν Χριστὸ ποὺ τοὺς κήρυξε ὁ ἀπόστολός μας καὶ βαφτίστηκαν. Φυσικά το θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ παιδιοῦ, ἀκολούθησαν κι ἄλλα, κι ἄλλα. Στὸ μεταξὺ ὁ ἄνεμος ἄρχισε νὰ φυσᾶ καὶ τὸ καράβι ἑτοιμάστηκε γιὰ νὰ συνεχίσει τὸ ταξίδι του. Ὁ ἀπόστολος, ἀφοῦ κάλεσε κοντά του ὅλους ἐκείνους ποὺ πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαφτίστηκαν, τοὺς ἔδωκε τὶς τελευταῖες συμβουλές του καὶ τοὺς ἀποχαιρέτησε.

Ἀργότερα, μετὰ ἀπὸ χρόνια, κτίστηκε στὸν τόπο αὐτὸν ποὺ περπάτησε καὶ ἅγιασε μὲ τὴν προσευχή, τὰ θαύματα καὶ τὸν ἱδρώτα τοῦ ὁ Πρωτόκλητος μαθητής, τὸ μεγάλο μοναστήρι τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέα, ποὺ μὲ τὸν καιρὸ εἶχε γίνει παγκύπριο προσκύνημα. Κάθε χρόνο χιλιάδες προσκυνητὲς ἀπ’ ὅλα τα μέρη τῆς Κύπρου, ὀρθόδοξοι καὶ ἑτερόδοξοι κι ἀλλόθρησκοι ἀκόμη, συνέρεαν στὸ μοναστήρι, γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὴ θαυματουργὸ εἰκόνα τοῦ ἀποστόλου, νὰ βαφτίσουν ἐκεῖ τα νεογέννητα παιδιά τους καὶ νὰ προσφέρουν τὰ δῶρα τους, γιὰ νὰ ἐκφράσουν τὰ εὐχαριστῶ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη τους στὸν θεῖο ἀπόστολο. Κολυμβήθρα Σιλωὰμ ἦταν ἡ ἐκκλησία του γιὰ τοὺς πονεμένους. Πλεῖστα ὅσα θαύματα γινόντουσαν ἐκεῖ σε ὅσους μετέβαιναν μὲ πίστη ἀληθινὴ καὶ συντριβὴ ψυχῆς.

Πηγή: Οἱ Ἅγιοί του ἔτους