Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Περί ελεημοσύνης – το μέτρο της καρδιάς και η παιδική εμπιστοσύνη του φτωχόπαπα της Αθήνας, Αγίου Νικολάου του Πλανά, στον Θεό


Αρχιμανδρίτης Αρσένιος, Ι. Μ. Αγίας Αικατερίνης Σινά
 
Ερώτηση: Τι γίνεται με το θέμα της ελεημοσύνης σε κάθε Χριστιανό; Δηλαδή, αυτό δεν το σχολιάζουμε συνήθως.
 
Απάντηση: Είναι ένα μεγάλο θέμα. Βέβαια, αν στηριχθούμε στην παναγαθότητα του Θεού, ότι πρώτον είναι Ελεήμων και Οικτίρμων και ότι είπαν τα αψευδή χείλη του Χριστού μας ότι μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται.
 
Εγώ θεωρώ μεγάλη τέχνη την ελεημοσύνη και ένα πολύ καλό αντικλείδι για την πόρτα του παραδείσου. Βρίθει το Γεροντικό από παραδείγματα ανθρώπων που ήταν δύστροποι αλλά σώθηκαν από την ελεημοσύνη τους.
 
Το ερώτημα είναι τώρα, Πώς θα ελεούμε; Ποιόν θα ελεούμε; Τί θα ελεούμε;

Ο παπα-Νικόλας ο Πλανάς έχει μια άποψη, άλλοι Πατέρες έχουν μια άλλη άποψη, και εδώ θα πούμε … ότι η καρδιά του κάθε ανθρώπου έχει το δικό της μέτρο. Όπως εγώ δεν μπορώ να φορέσω τα παπούτσια σας διότι δεν φοράμε τον ίδιον αριθμό, έτσι κι εσείς δεν μπορείτε να περπατήσετε με τις δικές μου τις γαλότσες γιατί θα σκουντουφλήσετε. Έτσι λοιπόν ο πνευματικός θα πρέπει να σας βοηθήσει να βρείτε το μέτρο σας
 
Αν γίνετε παπα-Νικόλας Πλανάς κι έχετε αυτήν την απόλυτη εμπιστοσύνη, την άπειρη, την παιδική εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού, τότε θα τα δίνετε όλα. Αν θυμάστε από τον βίο του, πήγαινε με τον Παπαδιαμάντη, του έκανε τον ψάλτη, και πηγαίνοντας εκεί λοιπόν περνάει από το Κολωνάκι, τον είχανε μάθει οι Κολωνακιώτες που ήταν ευλαβής και τον καλούσανε. Και κατεβαίνει από ένα έτσι αρχοντικό σπίτι -οι ζητιάνοι μεταξύ τους το λέγανε: Πού πάει ο παπάς; Πάει εκεί. Και ήτανε στην ουρά- μπήκε λοιπόν ένας ζητιάνος που ήταν πιο τσίφτης και πηγαίνει κούτσα – κούτσα και του λέει, παπά δώσε μου. Και ότι είχε τα έβγαλε και τα έδωσε. Ήτανε δίπλα του ο Παπαδιαμάντης και του λέει,


Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς και Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Παπά πρόσεξέ τον, γιατί αυτόν τον βλέπω στην πιάτσα.
Ναι, ναι, ναι, δεν πειράζει, δεν πειράζει.
Και περπατώντας το τετράγωνο, αυτός κάνει το γύρω του τετραγώνου από την πολυκατοικία την επόμενη και πάει στο δεύτερο στενό, και κουτσαίνει πάλι και ξαναπάει. Και ξαναβγάζει από την άλλη τσέπη ο παπάς και τα δίνει. Τσαντίστηκε ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
Παπά !!
Ναι, ναι, το έχω υπόψη μου, το έχω υπόψη μου.
Στην τρίτη φορά κάνει το ίδιο. Εκεί, τα ‘χασε, έχασε τον έλεγχο ο Παπαδιαμάντης και του λέει,
Καλά δεν βλέπεις βρε παπά μου; Σήκωσε το κεφάλι σου να τον δεις. Αφού είναι ο ίδιος, φοράει τα ίδια ρούχα, τα ίδια σκέρτσα κάνει.
Και λέει,
Σώπα ευλογημένε, είναι ο Χριστός και μας δοκιμάζει.
Αν έχετε αυτό το φρόνημα τότε δίνετε και ο Θεός θα σας το ανταποδώσει εκατονταπλάσια. Λέει στον Δανιήλ, δώσε την ελεημοσύνη σου και δοκίμασέ με. Είναι αψευδής ο λόγος του Θεού.
Όμως, αν εσείς κύριε Σπύρο έχετε οικογένεια, έχετε να τακτοποιήσετε κάποια οικονομικά θέματα, πρέπει να βάλετε μια σειρά στη ζωή σας. Δεν μπορώ να σας πω να έχετε αυτήν την άπειρη ελεημοσύνη, την απέραντη. Κάντε το κουμάντο σας αλλά οπωσδήποτε το δέκατο να το δίνετε, τη δεκάτη που λέγανε στην Παλαιά Διαθήκη, να δίνετε. Και πλείον τούτου να δώσετε, γιατί όταν ο Χριστός λέει, ὁ ἔχων δύο χιτῶνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι, να δώσει τον έναν, σημαίνει τα μισά να δίνεις, αλλά αυτό εξαρτάται στη διάθεση και στην προαίρεση του καθενός και ο Χριστός ανταμείβει τη διάθεση και την προαίρεση του καθενός.
Να σας πω κάτι άλλο όμως; Μπορείτε να κάνετε ελεημοσύνη με έναν καλό λόγο, με μια καλή στάση, και όταν έρθει ο άλλος να σας πει τον πόνο του, -σας λέει άστα κύριε Σπύρο μου, ξέρεις τι τράβηξα;- μην τον διακόψεις να του πεις, άσε, που να σου πω εγώ τα δικά μου, και αντί να τον ακούσεις να τον φορτώσεις. Όχι, κάνε υπομονή και άκουσέ τον. Και αυτό ελεημοσύνη θα χρεωθεί.
Θυμάμαι κάποτε έναν Δεσπότη, που έχω επιτίμιο να σας πω ποιος είναι γιατί ζει. Τον πήρε τηλέφωνο ένα κοριτσάκι, κατά τις δύο η ώρα το πρωί και του λέει,
Εσείς είστε ο Δεσπότης της περιοχής μας, δεν είστε;
Ναι κορίτσι μου, εγώ είμαι.
Είπα να σε πάρω γιατί δεν είχα τι να κάνω και προβληματίζομαι.
Ναι, λέει.
Δύο η ώρα το πρωί ένα κορίτσι άγνωστο.
Δεν θέλω να σου πω το όνομά μου γιατί θα με μαλώσεις.
Όχι, της λέει, κορίτσι μου, δεν θα σε μαλώσω. Σ’ ακούω.
Μέχρι τις έξι η ώρα το πρωί της μίλαγε, απ’ τις δύο η ώρα τη νύχτα.
Και στο τέλος, όταν έκλεισαν το τηλέφωνο του λέει,
Ξέρετε Δεσπότη μου; Σας ευχαριστώ που με ακούσατε. Ήταν ο τελευταίος αριθμός που χτύπησα και είχα δίπλα μου τα φάρμακα για να αυτοκτονήσω.
 
Αυτός ο άνθρωπος, χωρίς να το ξέρει, έκανε τη μεγαλύτερη ελεημοσύνη στη ζωή του. Γι’ αυτό αγαπητοί μου, όταν ο άνθρωπος λαβωθεί από την αγάπη του Θεού, τότε η αγάπη γίνεται εφευρετική και μπορεί και κάνει τα του Θεού χωρίς να το ξέρει.


Πηγή: Αβέρωφ