Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Ἀνάσταση παιδιοῦ

Ἡ Ἱερά Μονή Χοζεβᾶ.

Ἦ­ταν κά­ποι­ος γε­ωρ­γός ἀ­πό τήν Ἱ­ε­ρι­χώ­, πού τόν εἶ­χαν φί­λο καί τόν ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λύ. Αὐ­τός εἶ­χε ἕ­να μονα­χο­γι­ό σέ νη­πι­α­κή ἡ­λι­κί­α πού πέ­θα­νε. Τόν ἔ­βα­λε, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας σ᾽ ἕ­να κα­λά­θι μα­ζί μέ με­ρι­κούς καρ­πούς ἀ­πό τίς ἀ­παρ­χές τῆς συγ­κο­μι­δῆς του, τά σκέ­πα­σε μέ ἀμ­πε­λό­φυλ­λα καί παίρ­νον­τάς τα ἔ­τρε­ξε στή λαύ­ρα. Χτύ­πη­σε τήν πόρτα τοῦ κελ­λι­οῦ κι ἀ­φοῦ βγῆ­κε ὁ Γε­ώρ­γι­ος τοῦ ἄ­νοι­ξε καί τόν ὁ­δή­γη­σε μέ­σα.

Πλη­σί­α­σε, λοι­πόν, ὁ ἀ­γα­πη­τός τό γέ­ρον­τα, ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α, ἔ­βα­λε τό κα­λά­θι μπρο­στά τους, τούς παρακά­λε­σε νά εὐ­λογή­σουν τούς καρ­πούς τῆς συγ­κο­μι­δῆς του καί ὁ ἴ­δι­ος βγῆ­κε ἔ­ξω. Κι οἱ ἀ­δελ­φοί βγάζον­τας τούς καρ­πούς ἀ­πό τό κα­λά­θι, βρῆ­καν καί τό νε­κρό νή­πι­ο. Τα­ρά­χθη­κε ὁ γέ­ρον­τας, ὁ ἀβ­βᾶς Ἡρα­κλεί­δης, ὅ­ταν τό εἶ­δε· εἶ­πε στόν ἀ­δελ­φό του· «κά­λε­σε αὐ­τόν τόν ἄν­θρω­πο, σάν πει­ρα­σμός μᾶς ἦλ­θε σή­με­ρα ἐ­δῶ πέ­ρα· γι­α­τί ἀπ᾽ ὅ,τι βλέ­πω, ἦλ­θε γι­ά νά πει­ρά­ξει ἐ­μᾶς τούς ἁ­μαρ­τω­λούς».

Ὁ ἀ­δελ­φός του τοῦ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­α (ἦ­ταν τό­τε σα­ράν­τα χρο­νῶν πε­ρί­που ἤ καί πε­ρισ­σό­τε­ρο) καί τοῦ εἶπε· «μή λυ­πᾶ­σαι καί μήν ὀρ­γί­ζε­σαι, πά­τερ, ἀλ­λά ἔ­λα νά πα­ρα­κα­λέ­σου­με μέ πί­στη τόν πο­λυ­εύ­σπλα­χνο καί πα­νοι­κτίρ­μο­να Θε­ό· κι ἄν πα­ρα­βλέ­ψει τίς ἁ­μαρ­τί­ες μας καί δε­χθεῖ τήν πα­ρά­κλη­σή μας κι ἀ­να­στή­σει τό παι­δί, φεύ­γει παίρ­νον­τας τό παι­δί του ζων­τα­νό σύμ­φω­να μέ τήν πί­στη του. Ἄν δέν θέ­λει ἡ ἀ­γα­θό­της Του νά τό κά­νει αὐ­τό, ἄς τόν κα­λέ­σου­με καί νά τοῦ ποῦ­με, σάν ἁ­μαρ­τω­λοί πού εἴ­μα­στε, δέν ἐ­φθά­σα­με σέ τέ­τοι­α μέ­τρα, οὔ­τε ἔ­χου­με τέ­τοι­α παρ­ρη­σί­α».

Πείσθηκε, λοι­πόν, ὁ γέ­ρον­τας καί στά­θη­καν σέ προ­σευ­χή μέ δά­κρυ­α καί καρ­δι­ά συν­τε­τριμ­μέ­νη. Καί ὁ παν­τε­λε­ή­μων καί φι­λάν­θρω­πος Κύ­ρι­ος, ὁ ποι­ῶν τό θέ­λη­μα τῶν φο­βου­μέ­νων Αὐ­τόν, καί ἄ­κου­σε τήν προ­σευ­χή των καί τό παι­δί ἀ­νέ­στη­σε. Τό­τε κά­λε­σαν τόν πα­τέ­ρα του καί τοῦ εἶ­παν· «νά, ἔ­χεις τό γι­ό σου ζων­τα­νό χά­ρις στήν εὐ­σπλα­χνί­α τοῦ Θε­οῦ. Κοί­τα­ξε μήν πεῖς τί­πο­τε καί μᾶς βά­λεις σέ κό­πους καί θλίψεις». Αὐ­τός τό πῆ­ρε καί ἔ­φυ­γε εὐ­λο­γών­τας ­καί δο­ξά­ζον­τας τόν εὐ­ερ­γέ­τη καί ἐ­λε­ή­μο­να καί ζω­ο­δό­τη Θε­ό.

Πηγή: (Ἀπόσπασμα τοῦ βιβλίου: «Ὁ ἅγιος Γεώργιος ὁ Χοζεβίτης»), Ενωμένη Ρωμηοσύνη