Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Ὡς ἄνθρωπος τὰ ἔκανα θάλασσα,ὡς Θεὸς λυπήσου μέ…




Ἔλεγαν γιὰ κάποιον ἀββᾶ Ἀπολλὼ στὴν Σκήτη, ὅτι ὅταν ἦταν στὸν κόσμο ἦταν τσοπάνος ἀγροῖκος (ἄξεστος καὶ ἀφελής). Καὶ συνέβη κάποτε νὰ δεῖ στὸ χωράφι κάποια γυναίκα ἔγκυο, καὶ κυριευμένος ἀπὸ τὴν ἐνέργεια τοῦ Διαβόλου εἶπε: «Θέλω νὰ δῶ πῶς εἶναι τοποθετημένο τὸ βρέφος στὴν κοιλιά της». Καὶ ἀφοῦ τὴν ξέσχισε, εἶδε τὸ βρέφος. Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε χτύπημα στὴν καρδιά του καὶ μὲ συντριβὴ ἦλθε στὴ Σκήτη καὶ ἀνέφερε στοὺς πατέρες αὐτὴ τὴν πράξη του.

Τοὺς ἄκουσε νὰ ψάλλουν: «οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μᾶς εἶναι ἑβδομήντα χρόνια, καὶ ὅταν οἱ δυνάμεις μᾶς εἶναι μεγάλες, ὀγδόντα χρόνια το παραπάνω ἀπὸ αὐτὰ εἶναι κόπος καὶ πόνος». Καὶ τοὺς εἶπε: «Εἶμαι σαράντα χρονῶν, καὶ δὲν ἔχω κάνει οὔτε μία προσευχή. Καὶ τώρα, ἂν ζήσω ἄλλα σαράντα χρόνια, δὲν θὰ παύσω νὰ προσεύχομαι στὸν Θεὸ νὰ μοῦ συγχωρήσει τὶς ἁμαρτίες μου».

Καί, πράγματι, δὲν ἀσχολιόταν οὔτε μὲ ἐργόχειρο, ἀλλὰ πάντοτε προσευχόταν λέγοντας: «Ἁμάρτησα ὡς ἄνθρωπος, λυπήσου μὲ ὡς Θεός!»(«ἐγὼ μὲν ὡς ἄνθρωπος ἥμαρτον,Σὺ δὲ ὡς Θεὸς ἐλέησον»). Καὶ ἢ εὐχὴ αὐτὴ ἔγινε ἢ μελέτη τοῦ νύκτα καὶ ἥμερα. Ὑπῆρχε κάποιος ἀδελφὸς ποῦ ἔμενε μαζί του καὶ τὸν ἄκουσε νὰ λέγει: «Σὲ ἐνόχλησα, Κύριε, ἄφησε μὲ λίγο ν’ ἀναπαυθῶ».

Καὶ τοῦ δόθηκε «πληροφορία» ὅτι ὃ Θεὸς τοῦ συγχώρησε ὅλες τὶς ἁμαρτίες του, ἀκόμη καὶ τὸν φόνο τῆς γυναίκας. Γιὰ τὸ παιδὶ ὅμως δὲν ἔλαβε «πληροφορία». Καὶ τοῦ εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς γέροντες: «Καὶ τὸν θάνατο τοῦ παιδιοῦ σου τὸν συγχώρησε ὃ Θεός, ἀλλὰ σ’ ἀφήνει, στὸν πόνο, γιατί συμφέρει στὴν ψυχή σου».

Ὃ ἴδιος εἶπε γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τῶν ἀδελφῶν, ὅτι πρέπει νὰ προσκυνοῦμε τοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ἔρχονται νὰ μᾶς ἐπισκεφθοῦν, ἐπειδὴ δὲν προσκυνοῦμε αὐτούς, ἀλλὰ τὸν Θεό. «Γιατί, λέγει, εἶδες τὸν ἀδελφό σου, εἶδες τὸν Κύριο τὸν Θεό σου καὶ αὐτό, λέγει, τὸ πήραμε ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. Καὶ ὅταν δέχεσθε (τοὺς ἀδελφούς), νὰ τοὺς πιέζετε νὰ ἀναπαυθοῦν γιατί κι αὐτὸ τὸ μάθαμε ἀπὸ τὸν Λὼτ ποῦ πιεστικὰ φιλοξένησε τοὺς ἀγγέλους».

Πηγή: Ἀπὸ τὴν «Φιλοκαλία…» τῆς σειρᾶς Ε.Π.Ε., Ἀποφθέγματα Γερόντων, τόμ. 1, σέλ.153-Ί57,  Διακόνημα