Κυριακή 29 Δεκεμβρίου 2013

Τὸ θαῦμα μιᾶς μικρῆς ἀσπρόμαυρης εἰκονίτσας!


Χρόνια ὁλόκληρα προσευχόμουν γιὰ τὸν ἄντρα μου… Τελευταία ἐπειδὴ δὲν ἔχει μὲ τί ἄλλο νὰ ἀσχοληθεῖ κάθεται μὲ τὶς ὧρες μπροστὰ στὴν τηλεόραση. Κοιμᾶται μὲ τὸν ἦχο της! Σέβεται μέσα του τὸν Θεὸ ἀλλὰ ἐξωτερικὰ δὲν προσπαθεῖὅσο πρέπει. Ἐγὼ προσπαθοῦσα νὰ τὸν βοηθήσω μὲ τὰ λόγια μου νὰ τὴν παρατήσει καὶ νὰ ἀκούσει ἢ νὰ διαβάσει κάτι ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχή του. Μάλιστα, ἴσως τὸν πίεζα κιόλας διαβάζοντάς του πότε πότε φωναχτὰ κάποια κηρύγματα ἢ κάποια ἀποσπάσματα ἀπὸ θρησκευτικὰ βιβλία. Ἐκεῖνος ἔδειχνε βέβαια ὅτι δὲν ἀκούει. Πιστὸς στὸν ἦχο τῆς ἀγαπημένης τοῦ τηλεόρασης!

Ὅσο γιὰ προσευχή… Δὲν τὸ συζητᾶμε. Καμία προθυμία…

Μιὰ μέρα κρατοῦσα μιὰ παράκληση τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ ἔλεγα πάλι ἂν θέλει νὰ τὴν διαβάσει. Τίποτα ἐκεῖνος… 

Ὅμως, τυχαία, ἄνοιξε τὸ βιβλίο καὶ εἶδε στὴν τελευταία σελίδα τῆς παράκλησης τὴν ἀσπρόμαυρη αὐτὴ εἰκονίτσα μὲ μιὰ οἰκογένεια νὰ προσεύχονται ὅλοι γονατιστοὶ στὸν Χριστό!

Πόσο τὸν ἄγγισε τότε!

Χάζεψε ὥρα νὰ τὴν κοιτάει! Λὲς καὶ κάποιος τοῦ ἔλεγε κάτι στὴν ψυχή του.

Μετὰ ἀπὸ λίγο μὲ φωνάζει.
- Γυναίκα, μοῦ λέει, ἔλα πᾶμε.
- Ποῦ πᾶμε; τοῦ ἀπαντῶ.
- Ἔλα σου λέω. Πᾶμε νὰ προσευχηθοῦμε…
Δὲν πίστευα στὰ αὐτιά μου. Θαῦμα ἔγινε! εἶπα ἀπὸ μέσα μου. Μὰ εἶναι δυνατόν;

Τότε τὸν βλέπω, αὐτὸν ποὺ ὅλη μέρα δὲν σηκωνόταν ἀπὸ τὴν τηλεόραση, νὰ γονατίζει καὶ νὰ προσεύχεται μπροστὰ στὸ εἰκονοστάσι.
- Γονάτισε κι ἐσύ, μοῦ λέει. Ἔλα νὰ κάνουμε τὴν παράκληση!
Ἀπὸ τότε τοῦ ἔγινε συνήθεια.

Δοξάζω τὸν Θεὸ ποὺ μιὰ ἀσπρόμαυρη ἀσήμαντη εἰκονίτσα ἔγινε ἀφορμὴ ὁ σύζυγός μου νὰ ἀλλάξει καὶ νὰ γίνει τὸ θαῦμα ποὺ περίμενα στὴ ψυχή του.
Δὲν ἦταν καν ἔγχρωμη ἢ βυζαντινὴ ἢ ἁγιογραφία… Ἕνα ἁπλὸ τυπωμένο γραμμικὸ σχέδιο ἦταν μόνο στὴν τελευταία σελίδα μιᾶς παράκλησης!
Ὅτι δὲν κατάφερα ἐγὼ μὲ τὰ λόγια μου τόσα χρόνια γάμου, τὸ κατάφερε μιὰ μικροσκοπικὴ ἀσπρόμαυρη εἰκονίτσα ποὺ μίλησε στὴν ψυχή του!

«ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΤΟΝ ΘΕΟ ΓΙ΄ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΑΥΜΑΣΤΟ ΤΟΥ ΔΩΡΟ!»

Πηγή: Ὀρθόδοξη Γυναίκα