Τρίτη, 24 Μαρτίου 2020

Στώμεν καλώς, στώμεν μετά φόβου, πίστεως και αγάπης


  Δημήτριος Τσελεγγίδης, Καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. στον τομέα Δογματικής

Βρισκόμαστε μπροστά σέ γεγονότα μέ «ἀποκαλυπτική» σημασία γιά ὅλους μας. Γι’ αὐτό καί τά μέτρα, πού ἀνακοινώθηκαν, θά πρέπει νά γίνουν ἀποδεκτά ὡς κοινό «ἐπιτίμιο τῆς δυσσεβείας» ὅλων μας, ὡς κάποιο δηλαδή φιλάνθρωπο παιδαγωγικό μέσο, πού παραχώρησε ὁ μακρόθυμος καί πολυεύσπλαγχνος Θεός μας, μέ τήν ἀγαπητική πρόνοιά Του, προκειμένου νά ὁδηγηθοῦμε ὅλοι μας, κλῆρος καί λαός, στήν σωτήρια μετάνοια, πού νοεῖται ὡς στροφή τοῦ νοῦ μας στό Θεό.
Νά προσλάβουμε τό «ἐπιτίμιο» αὐτό ταπεινά, μέ εὐχαριστία καί νά τό ὑπομείνουμε μέ πνεῦμα βαθιᾶς μετανοίας, ὡς πικρό ἀλλά καθαρτικό φάρμακο γιά τήν θεραπεία μας. Ἔτσι, ἡ μετάνοιά μας θά γίνει ἡ ἀποτρεπτική ἀσπίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐντός μας. Θά γίνει ἡ ἀόρατη καί ἀλεξίκακη ὀμπρέλα γιά τήν ἀσφαλῆ προστασία μας.

Ἡ θλίψη, πού διερχόμαστε, ἐλέγχει ἀλαθήτως τήν κλίση τῆς προαιρέσεώς μας. Διαπιστώνουμε δηλαδή ποῦ κλίνει τό θέλημά μας, στόν Θεό ἤ στόν κόσμο.
Ἄς ἀποδεχθοῦμε μέ πνεῦμα συνέσεως τό πικρό καί σωτήριο φάρμακο τῆς σωτηρίας μας. «Νῦν καιρός εὐπρόσδεκτος, νῦν ἡμέρα (τῆς ἐν μετανοίᾳ) σωτηρίας» μας. Ὅλες οἱ «ἐπιφορές» καί τά «ἐπιτίμια» τοῦ Θεοῦ ἀναιροῦνται μέ τήν εἰλικρινῆ μετάνοια, ὅταν μάλιστα αὐτή ἀκολουθεῖται ἀπό τό κατά Θεόν πένθος καί τήν νηστεία.
Ἡ μετάνοια ἀποτελεῖ τό πνευματικό «κλειδί» γιά τήν ἐπανασύνδεση τῆς ἀγαπητικῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Αὐτό πιστοποιεῖται ἀπό τό γράμμα καί τό πνεῦμα τόσο τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης ὅσο καί ἀπό τήν κατατεθειμένη ἁγιοπνευματική ἐμπειρία, διαχρονικῶς, μέχρι καί τῶν προσφάτως ἁγιοκαταταχθέντων Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἡ βαθιά βιωμένη μετάνοιά μας, σέ συνδυασμό μέ τήν εὐσπλαγχνία μας πρός τόν πάσχοντα πλησίον, θά λειτουργήσουν καταλυτικά γιά τήν ἀπελευθέρωσή μας ἀπό τό πικρό «ἐπιτίμιό» μας. Κανείς ἄς μή νομίσει πώς ἐξαιρεῖται ἀπό τά παραπάνω ἐκτεθέντα.
Ἄν ζούσαμε μέ τό φρόνημα τοῦ Τελώνη καί τοῦ μετανοημένου ἀσώτου τῆς Παραβολῆς τοῦ Εὐαγγελίου ἤ ἔστω τοῦ εὐγνώμονα ληστῆ ἐπί τοῦ Σταυροῦ, δέν θά στερούμασταν τώρα τήν Θεία Εὐχαριστία.
Ἄν λάβουμε ὑπόψη ὅτι γιά πρώτη φορά στήν Ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μας διακόπτεται ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας, τοῦτο σημαίνει πώς δέν εἴμαστε πλέον ἄξιοι νά μετέχουμε σ’ αὐτήν. Καί οὐσιαστικά, ὁ Χριστός παραχώρησε τήν ὀδυνηρή αὐτή δοκιμασία, ὡς «ἐπιτίμιο», ἐπειδή ἀναξίως κοινωνοῦμε ὅλοι μας.
Γιά τούς παραπάνω λόγους, περιμένουμε ἀπό τούς Ἀρχιερεῖς καί τούς Ἱερεῖς μας νά ὁμολογήσουν δημόσια καί ταπεινά -πρῶτα ἀπ’ ὅλους μας αὐτοί- τήν ἀποξένωσή τους ἀπό τό πνεῦμα καί τή ζωή τοῦ Χριστοῦ -πρᾶγμα πού ἔκαναν ἤδη κάποιοι- καί νά ζητήσουν τόσο γιά τόν ἑαυτό τους ὅσο καί γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ ἔλεος γιά τό δικαίως ἐπιβληθέν «ἐπιτίμιο». Ἄλλωστε, καί βιβλικῶς ὁμολογοῦμε πρός τόν Κύριο, ὅτι «δίκαιος εἶ ἐπί πᾶσι, οἷς ἐποίησας ἡμῖν» (Δανιήλ, 3). Ἀλλά καί κατά τήν τέλεση τῆς Θείας Εὐχαριστίας οἱ λειτουργοί (Ἀρχιερεῖς ἤ Ἱερεῖς) ζητοῦν ἀπό τόν Χριστό τήν ἄφεση τῶν δικῶν τους ἁμαρτημάτων καί τῶν ἀγνοημάτων τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ («προσπεσεῖν τοῖς οἰκτιρμοῖς σου ὑπέρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων καί τῶν τοῦ λαοῦ ἀγνοημάτων», Α΄ Εὐχή τῶν Πιστῶν, Λειτουργία Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ἱερατικόν, σελ. 116, Ἔκδοσις Ἀποστολικῆς Διακονίας, Ἀθήνα 19955).
Μόνο μέ τήν θερμή προσευχή μας, τήν ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι αὐτοεπίσκεψή μας, τήν ἀποκαλυπτική (ἄνωθεν) αὐτοδιάγνωση καί τήν γνήσια αὐτογνωσία μας, πού ἀκολουθεῖ, θά δοῦμε τό προσωπικό «δοκάρι» στόν πνευματικό ὀφθαλμό μας, ὡς τήν πρωτογενῆ καί κύρια αἰτία τοῦ κοινοῦ «ἐπιτιμίου» μας.
Μόνο μέ τήν βαθιά βιωμένη -ὑπαρξιακῶς- μετάνοιά μας καί τήν ἄφεση ἁμαρτιῶν πού θά βιώσουμε ἀπό τόν παρόντα κατ’ αὐτήν Χριστό, θά ζήσουμε χαρισματικῶς τήν γνήσια κοινωνία μας μέ τόν Θεό, στήν καρδιά μας. Καί μετά τήν ἄρση τοῦ «ἐπιτιμίου», θά τήν ζήσουμε καί μυστηριακῶς μέ πληρότητα στόν Ναό τοῦ Θεοῦ -ἐν συνάξει καί ἐν ἀγαλλιάσει- καί μέ τά ἄλλα μέλη τοῦ μυστηριακοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ.
Μέχρι τότε, θά τηροῦμε ἐπιμελέστερα τίς θεῖες ἐντολές, γιά νά ἐκφράζουμε μέ τόν τρόπο αὐτό ἐμπράκτως τήν μετάνοια καί τήν ἀγάπη μας πρός τόν Χριστό, ὥστε νά ἐπανενεργοποιηθεῖ ἡ ἐν ἡμῖν βασιλεία τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας.
Ἡ ἔμπονη συντριβή τῆς καρδιᾶς μας θά ἐνεργοποιήσει τήν ἐντός μας ἀπενεργοποιημένη παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί θά μᾶς κάνει χωρητικούς τῆς ἐνεργοῦ παρουσίας Του. Θά μᾶς παρηγορήσει, ὡς Παράκλητος, παρέχοντάς μας τόν πολυβιταμινοῦχο «καρπό» τῆς ἐνεργοῦ πλέον παρουσίας Του, δηλαδή τήν «ἀγάπη, τήν χαρά, τήν εἰρήνη…», πού θά βιώνεται ἐντός μας «ἐν πάσῃ αἰσθήσει». Αὐτή ἡ γεύση ἀποτελεῖ καί τό ἀδιάψευστο κριτήριο γιά τήν γνησιότητα τῆς μετανοίας μας. Ἀντίθετα, ἄν δέν διαπιστώνονται βιωματικῶς τά παραπάνω ἐντός μας, σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καί κυ-ρίως ἡ αἰτία της -δηλαδή ἡ κακή ἐπιθυμία τῆς προαιρέσεώς μας- παραμένει ἀγαπητικῶς καί ἐνηδόνως ἐντός μας, ἀμετανόητη καί ἀνεξομολόγητη.
Ἄς ἠχήσουν ἀνησυχητικῶς στά αὐτιά μας τά λόγια τοῦ Θεοῦ, ἀπό τό στόμα τοῦ Προφήτη καί Βασιλιᾶ Δαϋίδ: «Ὁ Θεός ἐκ τοῦ οὐρανοῦ διέκυψεν ἐπί τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἰδεῖν εἰ ἔστι συνιών ἤ ἐκζητῶν τόν Θεόν. Πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 52, 3-4).
Κλείνουμε, τέλος, ρεαλιστικῶς αἰσιόδοξα, ἐνθυμούμενοι τήν σωτηρία τῆς Νινευΐ, μετά τήν ὁλοπρόθυμη ἀνταπόκριση ὅλων τῶν κατοίκων της (ἀπό τόν Βασιλέα καί τούς μεγιστάνες μέχρι καί τά ζῶα) στό κήρυγμα μετανοίας τοῦ Προφήτη Ἰωνᾶ. Ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνεται: «Καὶ εἶδεν ὁ Θεὸς τὰ ἔργα αὐτῶν, ὅτι ἀπέστρεψαν ἀπὸ τῶν ὁδῶν αὐτῶν τῶν πονηρῶν, καὶ μετενόησεν (!) ὁ Θεὸς ἐπὶ τῇ κακίᾳ, ᾗ ἐλάλησε τοῦ ποιῆσαι αὐτοῖς, καὶ οὐκ ἐποίησε» (Ἰωνᾶ, 3,10).
Ὁ δέ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, θαυμάζοντας τήν μετάνοια τῶν Νινευϊτῶν, ἀναφωνεῖ: «Ἴδωμεν τόν Θεόν διά φιλανθρωπίαν ψευδόμενον... Μετενόησαν Νινευΐται καί μετενόησεν ὁ Θεός. Ἔσχισεν ἡ μετάνοια τῆς ἀπωλείας τό πρόσταγμα... Ὤ πάντα δυναμένης μετανοίας! Ἐπί γῆς τελεῖται καί τά ἐν οὐρανοῖς ἀναστρέφει» (PG 64, 424-433 καί ΕΠΕ 8Α, 510-520).

Πηγή: Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου, Τράπεζα Ιδεών