Κυριακή, 22 Μαρτίου 2020

Για την τιμή του ΣΤΑΥΡΟΥ [Μοναστήρι, 6 Ιουνίου 1906]



Το είδες; - Ναι, το είδα!... Και σύ;… Και σύ;… Αναρωτιόνταν ο ένας με τον άλλον οι εβδομήντα τέσσαρες λεβέντες, οι εβδομήντα τέσσαρες Μακεδόνες, σα βρεθήκανε ξανά στο ασφυχτικό και βρωμερό μπουντρούμι τους. (1)
Τούρκικο απόσπασμα τους είχε συλλάβει να υπερασπίζονται τα ανυπεράσπιστα Ελληνικά χωριά ενάντια στων Βουλγάρων τις θηριωδίες. Και το αποτέλεσμα; Οι Οθωμανοί – αφεντάδες του τόπου – τους Βουλγάρους αμνηστέψανε. Τους Έλληνες αλυσοδέσανε.
Στις φυλακές του Μοναστηρίου (2) τα ρίξανε και τα εβδομήντα τέσσερα παλικάρια! Αλλά τι; Αυτές είναι καθημερινές, συνηθισμένες ιστορίες και δεν τους ξαφνιάζουν. Ετούτο τώρα το σημερινό! Ετούτο που είδανε όλοι με τα μάτια τους, τους έχει αναστατώσει.
- Είδες πρωί – πρωί, σήμερα 6 Ιουνίου, τι σοφιστήκανε οι αντίχριστοι για να προσβάλλουν την πίστη μας και το γένος μας; Αι τους κολασμένους! Σαν να μας βγάνουνε στην αυλή, ίσαμε το πηγάδι, δεν το ανέχονται νιμμένοι να σταυροκοπιόμαστε και εκτελέσανε το απαίσιο έργο που σείεται να το συλλογιστεί ο νους.
- Μα, τότε, είπε ο άλλος, εμείς τι θα κάνουμε; Εδώ τα λέμε – εδώ θα μείνουνε; Δημόσια στης φυλακής τον τοίχο «μαγαρίσανε» οι άνομοι τον Τίμιο Σταυρό! Κι εμείς θα τα λέμε κλειστοί στο μπουντρούμι;
- Όχι, αδελφέ! Ακούστηκαν φωνές – Όχι! Να διαμαρτυρηθούμε! Να φωνάξουμε και εν ανάγκη να πέσουμε!


………………………………………………………………………………
Οι ώρες πάνε κι έρχονται… Κι όσο να φθάσει η αυριανή η μυστική, η μεγάλη, πως διάβηκ’ η νυχτιά; Ουδέ στιγμή δεν πάψανε τα ώρια παλικάρια τη φλογερή συζήτηση.
«Σταυρέ, τα θαύματά σου» λέγανε κι όλο λέγανε… «Σταυρέ, τα μεγαλεία σου, που ο νους τα βλέπει εκστατικά.
- »Τώρα, διωγμοί για χάρη Σου, ω, Νικητή του κόσμου. Τρόπαιο Εσένα οι μάρτυρες στα χέρια τους βαστάνε. Την αμαρτία, το θάνατο, αντάμα σου νικάνε.
- »Εσένα οι αυτοκράτορες υψώνουνε σημαία και σ’ εκστρατείες ρίχνονται για τη δική Σου χάρη. Εσύ με τις φτερούγες Σου, σκέπεις, φρουρείς και σώζεις τον έρημο Ελληνισμό στα τετρακόσια χρόνια.
- »Εσύ και στον ξεσηκωμό γίνεσαι λάβαρό του. Και την Μακεδονία μας Εσύ την αντρειεύεις…» Και μ’ έναν ιερό παλμό ψάλλουνε στο μπουντρούμι:
«Τον Σταυρό Σου προσκυνούμεν, Δέσποτα,
και την αγίαν Σου Ανάστασιν δοξάζομεν»
Κι ήλθε η στιγμή - στ’ αληθινά! - που ο τρισάθλιος χώρος τη σιχαμάρα του έχασε. Φως ιλαρό, γλυκύτατο, είχαν τα παλικάρια στο μέτωπο, στα μάτια τους και το ακτινοβολούσαν.
Τα ‘χασεν ο φύλακας σαν άνοιξε το σκοτεινό υπόγειο την άλλη μέρα το πρωί. Η ειρωνεία κι η βρισιά πετρώσανε στα χείλη του.
- Πανηγύρι είχατε, μωρές; Τόσο είπε μοναχά σαστισμένος και τους οδήγησε κατά τη συνήθεια. Εκείνοι, δίχως τσιμουδιά, ήσυχα, ακολουθούσαν… Μα σαν φθάσανε αντικριστά με τον τοίχο, που έστεκε η φοβερή ιεροσυλία.
- Αλτ! μια φωνή ακούστηκε. Κι όλοι τους, και οι εβδομήντα τέσσερες στητοί! Κολώνες! Και η φωνή τους, μια βροντή, λες κι έφθανε από τα ουράνια:
«Δόξα, τιμή, προσκύνησις
στον τίμιο Σου, Χριστέ, Σταυρό
Και κόλαση και αφανισμός
στους άνομους εχθρούς Σου» !
Και γίγαντες – λες – οι μπροστινοί ορμούσανε με τα νύχια τους να εξαφανίσουνε την κολασμένη ζωγραφιά, την βεβήλωση του «τιμίου και ζωοποιού Σταυρού»!
Ο τόπος, σα νάχε ανάψει από τη πυρκαγιά της ψυχής τους, σαν να ‘τρεμε από το σεισμό της ομολογίας τους, όψη έπαιρνε στίβου ιερού.
Κι έγινε παρόμοιος με εκείνον τον πανάρχαιο, το στίβο, τη στιγμή, που ένας σίφουνας λυσσασμένος απολύθηκε στο διάδρομο. Και η κόλαση ανέβηκε, θαρρείς, από τα χάη.
Έτσι έμοιαζε των Οθωμανών η επίθεση με τα μανιασμένα τους συνθήματα: - «Βούρ! Βούρ!» (3)
Ένα «μακελειό» ανελέητο, μανιασμένο άρχισε. Αχ, τους λεβέντηδες!
Θεέ μου, πως τους θερίζουνε
Θεέ μου, πως τους χτυπάνε
με λόγχες και με «κάμες»! (4)
Κι έκραζαν οι αντίχριστοι «Γιουρούν! Γιουρούν!» (5). Να ρθούν κι άλλοι σε επικουρία τους. Κι ετρέχανε και ερχόντανε… κι ο μεγάλος διάδρομος γίνηκε λίμνη αιμάτινη… (…)
______________________
(1) Το διήγημα είναι εμπνευσμένο από ιστορικό γεγονός. Ιδέ Γεωργίου Μόδη: «Ο Μακεδονικός Αγών και η Νεώτερη Μακεδονική Ιστορία» σ. 260
(2) Το Μοναστήριον. Η αρχαία μας Ηράκλεια. Οι Τούρκοι την μετονόμασαν Μοναστήριον και οι Βουλγάροι Βιτώλια. Τότε, στον Μακεδονικόν Αγώνα, είχε 45.000 κατοίκους. Εξ αυτών οι μισοί ήταν Έλληνες, οι δε άλλοι Τούρκοι, Βούλγαροι, κ. ά. Ποιον πολιτισμόν είχε; Καθαρά Ελληνικόν, ιδέ εις Εγκυκλ. Λεξικόν εις λ. Μοναστήριον
(3) Βούρ = Χτυπάτε!
(4) Κάμες = Δίκοπες μαχαίρες
(5) Γιουρούν = Τρεχάτε.

Πηγή: (Αρτέμιδος Μενάγια (Χλόης Αχαϊκού), Ακριβοπληρωμένη Λευτεριά, Τόμος Β’), Τράπεζα Ιδεών