Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου 2019

Τά ὑπαρκτά ὅρια τῆς ἐπιστήμης καί ἡ «ἀνύπαρκτος ὕπαρξις τοῦ Δημιουργοῦ»


Βασ. Πετρουλέα, Δρ. Φυσικοῦ,- Ε.ΚΕ.Φ.Ε. «Δημοκριτος»

Τὸ ἀντικείμενο τῆς ἐπιστήμης καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ μέθοδος

Ἀντικείμενο τῆς ἐπιστήμης[1] εἶναι ὡς γνωστὸν ἡ ὑλικὴ δημιουργία. Χρησιμοποιώντας σὰν ἐργαλεῖα τὶς ἀνθρώπινες αἰσθήσεις καὶ τὸ μυαλό, ἐπικουρούμενα ἀπὸ τὰ ἐπιστημονικὰ ὄργανα, ἡ ἐπιστήμη προσέφερε πολλὰ στὸν ἄνθρωπο: «πρόσθεσε στὸν πολιτισμὸ μᾶς μία ἑνιαία καὶ μεγαλοπρεπῆ εἰκόνα τοῦ φυσικοὶ) κόσμου, πλούτισε τὴ γνώση καὶ τὴ διανόησή μας καὶ ἄνοιξε διάπλατα μπροστὰ μας ἕνα κόσμο ἀπεριόριστης ὀμορφιᾶς καὶ περιπέτειας»[2]. Συγχρόνως βελτίωσε τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς μας.

Οἱ ἐπιτυχίες αὐτὲς ὁδήγησαν μερικοὺς στὸν ὑπερτονισμὸ τῆς ἐπιστημονικῆς μεθόδου καὶ στὴν προσπάθεια ἐπέκτασής της καὶ στὰ βαθύτερα ὑπαρξιακὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ «ἀρετὲς» ὅμως τῆς ἐπιστημονικῆς μεθόδου, δηλ. ἡ ἀντικειμενικότητα τοῦ πειράματος καὶ ὁ ὀρθολογισμός[3], εἶναι καὶ περιορισμοί, διότι ἀγνοοῦν τὸν πλοῦτο τῶν αἰσθημάτων καὶ ψυχικῶν καταστάσεων. Ποιὰ μαθηματικὴ ἐξίσωση ἐξάλλου μπορεῖ νὰ μᾶς μιλήσει γιὰ τὴν ἀξία τῆς ζωῆς ἡ γιὰ τὸ τί εἶναι ἠθικὸ καὶ τί ἀνήθικο[4]; ’Ἔπειτα, γεγονότα μοναδικὰ ποὺ δὲν ἐλέγχονται μὲ τὸ πείραμα καὶ δὲν προκύπτουν ἀπὸ μαθηματικὲς ἐξισώσεις, π.χ. μία ἐμφάνιση Ἁγίου ἢ ἕνα θαῦμα ἰάσεως ἡ γιὰ νὰ ἀναφερθοῦμε στὰ μέγιστα, ἡ ’Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, εἶναι ἀνεξήγητα ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη.

Ἡ ἐπιστήμη, σὰν ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἔχει καὶ θεμελιώδεις ἀτέλειες. Ἀδυνατεῖ νὰ μᾶς ἐξηγήσει τὴν αἰτία καὶ τὸν προορισμὸ τοῦ ἀντικειμένου της ἢ τὸ γιατί ἡ δημιουργία εἶναι ὀργανωμένη ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι κατανοητὴ ἀπ’ τὸ ἀνθρώπινο μυαλό, κ.ο.κ. Μελετᾶ τὴ δημιουργία ἐκ τῶν «ἔσω», μὲ τὰ μέσα ποὺ τῆς παρέχει καὶ τοὺς περιορισμοὺς ποὺ θέτει ἡ ἴδια ἡ δημιουργία, ὅπως θὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Εἶναι ὑπὸ καὶ ὄχι ὑπεράνω της δημιουργίας. Ὁ Δημιουργὸς κάλεσε τὸν ἄνθρωπο νὰ κατακυριεύσει τῆς Δημιουργίας, ἀλλὰ προστατεύοντας τὸν, δὲν τοῦ ἔδωσε πλήρη δικαιώματα ἐπάνω της.

Τὰ ἀνυπέρβλητα ὅρια

Ὅλη ἡ Δημιουργία κυβερνᾶται ἀπὸ νόμους, τοὺς ἀποκαλούμενους φυσικοὺς νόμους[5]. Τέτοιοι εἶναι π.χ. ὁ νόμος τῆς παγκοσμίου ἕλξεως, οἱ νόμοι τοῦ ἠλεκτρισμοῦ, τῆς θερμότητος κ.ο.κ. Οἱ νόμοι αὐτοὶ μοιάζει νὰ εἶναι ἑνιαῖοι, διαχρονικοὶ καὶ παγκόσμιοι, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεωτικοί. Δὲν ὑπάρχει, καθ’ ὅσον γνωρίζουμε, ὑλικὸ σῶμα Λ. ἡ φυσικὸ φαινόμενο, ποὺ νὰ μὴν ὑπακούει στοὺς νόμους. Οἱ νόμοι συγκροτοῦν, ἀλλὰ καὶ προστατεύουν τὴ δημιουργία[6].

Ἀναφέρονται συχνὰ οἱ νόμοι μὲ τὸ ὄνομα τῶν ἐπιστημόνων ποὺ τοὺς ἀνακάλυψαν (νόμοι τοῦ Νεύτωνος, νόμος Κουλόμπ, θεωρία τῆς σχετικότητος τοῦ Αἰνστάιν, …). Δίδεται ἔτσι ἡ ἐντύπωση, ὅτι εἶναι κτῆμα τῶν ἐπιστημόνων. Ὅμως, τὸ μόνο ποὺ κάνουν οἱ ἐπιστήμονες εἶναι νὰ διαπιστώνουν τὴν ὕπαρξη τῶν νόμων. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀνίσχυρος μπροστὰ στὴν καταλυτικὴ ἰσχὺ τῶν νόμων. Μπορεῖ μόνο νὰ ἐξισορροπεῖ τὴν ἐπίδρασή τους, συνδυάζοντάς τους. Ὄντας π.χ. δέσμιος της βαρύτητας ποὺ τὸν κρατᾶ καθηλωμένο στὴ γῆ, χρησιμοποιεῖ τὴν ταχύτητα σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν ἄνωση τοῦ ἀέρα γιὰ νὰ πετάξει ἢ τὴ μαγνητικὴ ἄπωση γιὰ νὰ δημιουργήσει ἱπτάμενα τραῖνα. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγιστο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει. Διατυπώνει τοὺς νόμους σὲ εὔχρηστες μαθηματικὲς μορφές, τοὺς ἀξιοποιεῖ σὲ τεχνολογικὲς ἐφαρμογές, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀλλοιώσει δὲν μπορεῖ, οὔτε κατ’ ἐλάχιστο. Οἱ φυσικοὶ νόμοι εἶναι ἀδιαπραγμάτευτοι καὶ ἀναλλοίωτοι. Πολὺ περισσότερο, δὲν μπορεῖ νὰ ἐφαρμόσει δικούς του νόμους στὴ δημιουργία. Αὐτὸ εἶναι ἔργο τοῦ Δημιουργοῦ. Ἐξάλλου καὶ οἱ πρῶτες ὕλες τῆς δημιουργίας, οἱ ὅποιες σύμφωνα μὲ τὶς σύγχρονες ἀντιλήψεις εἶναι τὰ quarks[7], εἶναι καθορισμένες καὶ ἀδιαπραγμάτευτες[8].

“Η ἀνύπαρκτος ὕπαρξις…”

Πέρα ἀπ’ τοὺς περιορισμούς, ποὺ ἀναφέραμε, τὸ σύμπαν εἶναι ἀσύλληπτα ἰλιγγιῶδες γιὰ τὰ ἀνθρώπινα μέτρα. Ὅσο δὲ προοδεύει ἡ ἐπιστήμη, τόσο μεγαλειωδέστερο καὶ πλέον δυσπρόσιτο καὶ μυστηριῶδες ἀναδεικνύεται[7]. Αὐτὸ δείχνει τὴν πανσοφία τοῦ Δημιουργοῦ καὶ τὸ πεπερασμένο τῆς ἐπιστήμης. Καὶ εἶναι γεγονός, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐπιστήμονες σιωπηρὰ ἀποδέχονται Θεὸ δημιουργό. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ μερικοὶ (αὐτοὶ προβάλλονται ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὰ ΜΜΕ), οἱ ὅποιοι μὲ ἔπαρση προεκτείνουν τὰ ἐπιστημονικὰ πορίσματα σὲ μεταφυσικὲς σφαῖρες, προσπαθώντας μὲ νεφελώδη καὶ ἀναπόδεικτα ἐγκεφαλικὰ κατασκευάσματα, νὰ ἀποκλείσουν Θεὸ Δημιουργό.

Ὅμως, τὰ ἐργαλεῖα τῆς ἐπιστήμης εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλα γιὰ τὴν κατανόηση τῶν «ὑπὲρ νοῦν καὶ ἔννοιαν» θαυμασίων της θεότητος. «Τὸ γὰρ μετρεῖν τὰ ἀμέτρητα καὶ τὰ ἄρρητα λέγειν καὶ τὰ ἄφθεγκτα φθέγγεσθαι ἐπισφαλὲς ὑπάρχει καὶ ἐπικίνδυνον» λέγει ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος[9]. Τὰ μυστήρια τοῦ πνευματικοῦ κόσμου δὲν ἀνακαλύπτονται μὲ τὸν νοῦ καὶ τὶς αἰσθήσεις, ἀλλὰ ἀποκαλύπτονται ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ στὸν ψυχικὸ κόσμο τοῦ ἀνθρώπου. Στὴν ὑπερβατικὴ αὐτὴ γνώση ἔχουν ἴση πρόσβαση καὶ οἱ ἐπιστήμονες καὶ οἱ μὴ ἐπιστήμονες, καὶ οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ἁπλοικοί! Κριτήριο δὲν εἶναι ἡ εὐφυία ἢ ἡ ἐπιστημονικὴ κατάρτιση, ἀλλὰ ἡ ταπείνωση καὶ ἡ καθαρότητα τῆς ψυχῆς. Στὴν ἁγιοκατάταξη τῆς Ἐκκλησίας μᾶς κατέχουν ἴση θέση ἀγράμματοι ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου μὲ μεγάλους Πατέρες, ὁ ἀμόρφωτος ψαρὰς Πέτρος μὲ τὸν μορφωμένο ἀπόστολο Παῦλο.
Ὁ «μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικὼν» Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος δὲν εἶχε ἀποκτήσει μόρφωση καὶ ἡ πάντων Ἁγίων ἁγιωτέρα μητέρα τοῦ Κυρίου μᾶς ἦταν μία ἁπλὴ κόρη τῆς Γενησαρέτ.

Ἡ ὑλικὴ δημιουργία ἔχει ἀρχὴ καὶ τέλος, εἶναι κτιστή, ὁρατή, πεπερασμένη, ὀριρθετεῖται, εἶναι προσιτὴ στὴν ἀνθρώπινη διάνοια.

… Ὁ Θεὸς εἶναι «ἄναρχος, ἀτελεύτητος, ἄκτιστος, ἀόρατος, ἀπερίγραπτος, ἄπειρος, ἀπερίληπτος, ἀπερινόητος,…». «Ἄπειρον οὒν τὸ θεῖον καὶ ἀκατάληπτον, καὶ τοῦτο μόνον αὐτοῦ καταληπτόν, ἡ ἀπειρία καὶ ἡ ἀκαταληψία» λέγει ὁ Ἄγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός[10]. Καὶ ὁ Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος γιὰ νὰ τονίσει τὴν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπινου λογικοῦ, ἀποκαλεῖ τὸν Δημιουργὸ «ἀνύπαρκτο ὕπαρξη, ἀγέννητο γέννηση, ἀνυπόστατο ὑπόσταση…»[9].
Ναί, καὶ γιὰ τὴν ἐπιστήμη, ὁ Δημιουργὸς εἶναι «ἀνύπαρκτος ὕπαρξις»! «Ἀνύπαρκτος», διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνιχνευτεῖ μὲ τὰ ἐπιστημονικὰ ὄργανα, καὶ «ὕπαρξις», διότι καθημερινὰ γινόμαστε μάρτυρες τοῦ μεγαλείου των δημιουργημάτων του. Τὸ μέγιστο ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπιτύχει ἡ ἀνθρώπινη διάνοια, ὅταν ἀναφέρεται στὸ Δημιουργὸ εἶναι, μὲ συνδυασμὸ ἀποφατικῶν καὶ καταφατικῶν χαρακτηρισμῶν, νὰ ὁμολογήσει τὴν ἀδυναμία της νὰ προσεγγίσει τὸ θεῖο.

———————————

1. Ἀναφερόμαστε κυρίως στὶς ἀποκαλούμενες θετικὲς ἢ ἀκριβεῖς ἡ φυσικὲς ἐπιστῆμες.
2. Λουκᾶ Χρισιοφόρου, Ἀκαδημαϊκοῦ: «Ἐπιστήμη καὶ ἀξίες». «Στὰ ὅρια τῆς ἐπιστήμης». Καὶ οἱ δυὸ ὡραῖες αὐτὲς ὁμιλίες εἶναι ἀναρτημένες στὸ διαδίκτυο.
3. Παρ’ὅλη τὴ λογικοκρατία τῆς ἐπιστήμης, ἡ διαίσθηση, ἡ ἀρχὴ τῆς ἁπλότητος (ἀνάμεσά σε πιθανὲς θεωρίες προκρίνεται ἡ πιὸ ἁπλὴ) καθὼς καὶ ἔμφυτες στὸν ἄνθρωπο αἰσθητικὲς ἀντιλήψεις, ἔχουν παίξει σημαντικότατο ρόλο στὴν πρόοδο τῆς Δημιουργίας».
4.Πόσο εὐτελὴς θὰ ἦταν ἡ ἄνθρωπινη ὕπαρξη, ἐὰν ἡ χαρά, ἡ λύπη, ἡ ἐλπίδα, ἡ πίστη, ἡ ἐλευθερία, ἡ αὐταπάρνηση, ἡ ἀγάπη,…, ἦταν καταστάσεις προβλεπόμενες ἀπὸ μαθηματικὲς ἐξισώσεις! Σὲ τί θὰ διέφερε τότε ὁ ἄνθρωπος ἄπο μία
μηχανή;
5. Βλ. «Ἡ Δράση μας», Μάρτιος 2012, τ. 497 «Τὸ ὑπέροχο οἰκοδόμημα τῶν νόμων τῆς Δημιουργίας».
6. Ἡ βαρύτητα π.χ. συγκρατεῖ τὴ γῆ μας σὲ ἑνιαία συμπαγῆ μάζα, καὶ προφυλάσσει ἐμᾶς, καὶ ὁτιδήποτε κινεῖται πάνω στὴν ἐπιφάνεια τῆς καθὼς καὶ τὴν ἀτμόσφαιρα, άπ’ τὸ νὰ σκορπίσουμε στὸ διάστημα. Οἱ ἠλεκτρικὲς δυνάμεις συγκρατοῦν τὰ ἠλεκτρόνια στὶς τροχιὲς τοὺς γύρω ἀπ’ τοὺς πυρῆνες καὶ οἱ πυρηνικὲς δυνάμεις συγκρατοῦν τοὺς πυρῆνες κ,ο.κ.
7. Βλ. «Ἡ Δράση μας» στὸ παρὸν τεῦχος, «Τὰ ὑλικά της Δημιουργίας».
8. Ὅταν οἱ ἐπιστήμονες καυχῶνται ὅτι δημιουργοῦν νέα ὑλικὰ ἢ νέες μορφὲς ζωῆς δὲν κάνουν τίποτε ἄλλο άπ’ τὸ νὰ ἀναδιατάσσουν τὰ ὑπάρχοντα ὑλικά της δημιουργίας (π.χ. ἄτομα ἡ μόρια) αὐστηρὰ μέσα στὰ πλαίσια ποὺ τοὺς ἐπιτρέπουν
οἱ φυσικοὶ νόμοι!
9. Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος θεολόγος, Ἃ ‘ Θεολογικὸς λόγος.
10.Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ «Ἔκδοσις ἀκριβής της Ὀρθοδόξου πίστεως».

Πηγή: Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ Περιοδικὸ “Ἡ Δράση μας”, Τεῦχος Ὀκτωβρίου 2013, Χριστιανική Φοιτητική Δράση