Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Περισσότερο κι ἀπὸ μητέρα


«Εἶπε δὲ Σιών· ἐγκατέλιπέ με Κύριος, καὶ Κύριος ἐπελάθετό μου» (Ἡσ. μθ΄ [49] 14).

Παράπονο ποὺ ἐπανέρχεται κατὰ καιροὺς σὲ πολλὰ στόματα. Καὶ σὲ ἀκόμα περισσότερες καρδιές: «Μὲ ἐγκατέλειψε ὁ Κύριος. Μὲ ξέχασε ὁ Θεός»...

Ἀνατόμος τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ὁ Προφήτης Ἡσαΐας, βάζει τὸ παράπονο αὐτὸ στὸ στόμα τῆς Σιών, τῆς Ἱερουσαλήμ. Τῆς πρωτεύουσας τοῦ περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ. Δικό Του ἔθνος ὁ Ἰσραήλ. Ἔτσι ὁ Ἴδιος τὸ εἶχε ἐπανειλημμένως διαβεβαιώσει. Λαὸς ἰδιαίτερα εὐνοημένος· μὲ χίλιες δυὸ εὐλογίες εὐεργετημένος ἀπὸ τὸν παντοκράτορα Κύριο. Κι ὅμως. Τὸ παράπονο πρόχειρο στὰ χείλη του: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός; Μὲ ἄφησε, μὲ ξέχασε, μὲ ἐγκατέλειψε».
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὄχι λίγες ἐθνικὲς δοκιμασίες εἶχε συναντήσει τὸ ἔθνος ἐκεῖνο. Μὰ πότε ὁ Θεὸς τοὺς ἐγκατέλειψε; Δὲν ἔδειχνε συνεχῶς δείγματα ἐναργέστατα τῆς ἀγάπης Του, τῆς προσ­τασίας, τῆς ἰδιαίτερης φροντίδας ποὺ ἐλάμβανε συνεχῶς γιὰ τὸν λαό Του; Γιατί αὐτὴ ἡ μικροψυχία; Γιατί αὐτὴ ἡ κατάπτωση, ἡ ἀπόγνωση, ἡ στενοκαρδία, ἡ σκυθρωπότητα;

Δίψυχος λαός, ὀλιγόπιστος...

Καὶ ὁ Κύριος, τί ἀπαντοῦσε σ’ αὐτὰ τὰ παράπονα, τὶς αἰτιάσεις;

Μία μεγαλοπρεπὴς δήλωσή Του στὸ στίχο ποὺ ἀκολουθεῖ. Καὶ μία τρανότατη ἀπόδειξη ὅτι δὲν παύει, καὶ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ παύσει νὰ ἐλεεῖ τοὺς δικούς Του, ἀκόμα κι ἂν κάποτε τοὺς παιδαγωγεῖ κάπως στυφά.

Μέχρι τώρα γνωρίζαμε ὅτι ὁ ἅγιος Θεὸς ἐλεεῖ καὶ οἰκτείρει ὡς Πατήρ: «Καθὼς οἰκτείρει πατὴρ υἱούς, ᾠκτείρησε Κύριος τοὺς φοβουμένους αὐτόν...» (Ψαλ. ρβ΄ [102] 13). Ἐδῶ ὁ πανάγαθος Κύριος λαμβάνει γιὰ τὸν Ἑαυτό του τὴ θέση μητέρας. Τί συγκατάβαση, πρα­γματικά, ἄρρητη! Καὶ καταδέχεται ὁ φοβερὸς Θεὸς νὰ οἰκειοποιεῖται τὸ φυσικὸ ἰδίωμα τῆς μητέρας, αὐτὸ ποὺ ὁ Ἴδιος ἔχει δώσει στὶς μητέρες: τὸ μητρικὸ φίλτρο. Πόσο ἀγαπᾶ ἡ μάνα τὸ παιδί της! Ὑπάρχει ἄραγε μεγαλύτερη, θερμότερη, σπλαχνικότερη, ἀπὸ τὴν ἀγάπη τῆς μάνας; Καὶ θὰ ἦταν ποτὲ δυνατὸν ν’ ἀφήσει ἡ μάνα τὸ σπλάχνο της, νὰ ἐγκαταλείψει, νὰ παραμελήσει τὸ παιδί της; Θά ’ταν ποτὲ δυνατόν;

Αὐτὸ καταδέχεται ὁ ὕψιστος Θεὸς νὰ δηλώσει γιὰ τὸν Ἑαυτό Του, μὲ αὐτὴ τὴν ἐρωτηματικὴ μορφή: «Μὴ ἐπιλήσεται γυνὴ τοῦ παιδίου αὐτῆς τοῦ μὴ ἐλεῆσαι τὰ ἔκγονα τῆς κοιλίας αὐτῆς;» (Ἡσ. μθ΄ [49] 15). Ἀδύνατο! Ἄτοπο, παράλογο, παρὰ φύσιν.

Καὶ συνεχίζει ὁ Φιλάνθρωπος: Ἂν αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο, ἀδυνατότερο εἶναι Ἐγὼ νὰ σὲ ξεχάσω. «Εἰ δὲ καὶ ταῦτα ἐπιλάθοιτο γυνή, ἀλλ’ ἐγὼ οὐκ ἐπιλήσομαί σου» (ὅ.π.). Κι ἂν ὑποθέσουμε ὅτι αὐτὸ τὸ ἀδύνατο μπορεῖ κάποτε νὰ συμβεῖ, καὶ ἡ γυναίκα νὰ καταπατήσει τὴ φυσική της τάση, ροπή, φορά, νὰ συνθλίψει μέσα της τὸ μητρικὸ φίλτρο, κι ἔτσι νὰ ἐγκαταλείψει τὸ παιδί της· ἂν λοιπὸν ὑποθέσουμε ὅτι μπορεῖ κάποτε νὰ συμβεῖ αὐτὸ τὸ ἄτοπο, ὅμως Ἐγὼ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ σὲ ξεχάσω. Ἄτοπο τὸ νὰ ξεχάσει ἡ μάνα τὸ παιδί της. Ἀτοπότερο τὸ νὰ σὲ ξεχάσει ὁ Κύριος. Αὐτὴ εἶναι ἡ δήλωσή Του, ἡ διαβεβαίωσή Του.

Καὶ σχολιάζει ὁ ἱερὸς ἑρμηνευτής: «Οὐ γὰρ μόνον μιμοῦμαι μητέρας, ἀλλὰ καὶ νικῶ μητέρας τῇ εὐσπλαγχνίᾳ» (Θεο­δώρητος, PG 81, 432). Ὄχι μόνο καταδέχεται ὁ Θεὸς νὰ βάζει τὸν Ἑαυτό Του στὴ θέση τῆς μητέρας καὶ νὰ τὴν μιμεῖται, ἀλλὰ ἀκόμα καὶ νὰ δηλώνει ὅτι τὴν ξεπερνᾶ σὲ φιλοστοργία. Ἕνας Θεὸς ὄχι μόνο Πατέρας, ἀλλὰ καὶ Μητέρα. Καὶ τί Μητέρα! Πιὸ πάνω ἀπὸ μητέρα... «Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ μήτηρ... πᾶν ὅπερ θέλεις ἐγώ» (Ἱερὸς Χρυσόστομος, PG 58, 700).

Τό ’ξερες, ἀδελφέ μου, ὅτι ἔχεις ἕνα Θεὸ ποὺ σὲ φροντίζει σὰν μητέρα; Ἢ μᾶλλον περισσότερο κι ἀπὸ μητέρα, πιὸ τρυφερά, πιὸ θερμά, πιὸ στοργικά; Καὶ λοιπόν, ἀκόμα ἐπιμένεις νὰ λὲς ὅτι «μὲ ξέχασε ὁ Θεός»; Τόσο ὀλιγόψυχος, τόσο στενόκαρδος εἶσαι; Τόσο περιορισμένο φαντάζεσαι τὸν ἄπειρο θεϊ­κὸ Νοῦ; Καὶ δὲν ξέρεις ὅτι, ἂν ὁ Θεὸς γιὰ ἕνα κλάσμα δευτερολέπτου ἔπαιρνε ἀπὸ πάνω σου τὸ βλέμμα Του, ἐσὺ θὰ γυρνοῦσες ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἦρθες στὴν ὕπαρξη, δηλαδὴ στὴν ἀνυπαρξία; Σὲ ξέχασε ὁ Θεὸς ἐπειδὴ περνᾶς δυσκολία, δυσκολίες; Τὸ μικρὸ παιδί, ὅταν χρειαστεῖ νὰ ἀποδεσμευθεῖ ἀπὸ τὴ μητρικὴ ἀγκαλιὰ γιὰ νὰ μάθει νὰ περπατᾶ, καὶ σηκώνει τὰ χέρια του πρὸς τὴ μητέρα χωρὶς ἀνταπόκριση, σημαίνει αὐτὸ ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὴ μητέρα του καὶ ὅτι ἐκείνη δὲν τὸ ἀγαπᾶ; Καὶ ἐδῶ τώρα λαμβάνεις τὴ θεία διαβεβαίωση ὅτι ἀπὸ τὴ μητρικὴ φιλοστοργία ἀπείρως ὑπερέχει ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.

Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀχαριστία καὶ ἀγνωμοσύνη νὰ λὲς αὐτὰ τὰ λόγια;

Πηγή: Ο Σωτήρ