Σάββατο, 22 Αυγούστου 2020

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου: Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Ματθαῖον τὸν Εὐαγγελιστὴν ὁμιλίαν ξα΄

agios-ioannis-chrysostomos

α΄. Ἐνόμισε ὁ Πέτρος ὅτι ἔλεγε κάτι σπουδαῖο. Γι’ αὐτὸ ποὺ μὲ ρώτησε κάπως θριαμβευτικά· Ἕως ἑπτὰ φορὲς; Αὐτὸ δηλαδὴ ποὺ μὲ συμβούλεψες πόσες φορὲς νὰ τὸ κάμω; Ἄν κάποιος ἁμαρτάνη συνεχῶς καὶ ὅταν ἐλέγχεται μετανοεῖ, πόσες φορὲς μᾶς συμβουλεύεις νὰ τὸν ἀνεχώμαστε; Γιὰ κεῖνον ποὺ δὲν μετανοεῖ οὔτε καταδικάζει τὸν ἑαυτὸ του, ἔθεσες τέρμα λέγοντας, ἄς εἶναι γιὰ σένα ὅ,τι ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης. Δὲν κάνεις τὸ ἴδιο γι’ αὐτὸν ἀλλὰ ὥρισες αὐτὸν νὰ τὸν δεχώμαστε. Πόσες φορὲς λοιπὸν ὀφείλω νὰ τὸν ἀνέχωμαι ὅταν ἐλέγχεται καὶ μετανοεῖ; Εἶναι ἀρκετὲς ἑπτὰ φορές, κι ὁ Χριστὸς ὁ φιλάνθρωπος κι ἀγαθὸς Θεὸς τί ἀπαντᾶ; Δὲν σοῦ λέγω ὥς ἑπτὰ φορὲς, ἀλλὰ ὡς ἑβδομῆντα ἑπτά. Δὲν θέτει ἐδῶ ἀριθμητικὸ ὅριο ἀλλὰ ἐννοεῖ τὸ ἄπειρο, τὸ ἀδιάκοπο καὶ τὸ παντοτινό. Εἶναι τὸ ἴδιο μὲ τὴν ἔκφραση «ἄπειρες φορές». Γιατὶ μὲ τὴ φράση «Μιὰ στεῖρα ἐγέννησε ἑπτά», ἡ Γραφὴ ἐννοεῖ τὰ πολλά. Ὥστε δὲν περιέκλεισε τὴ συγχώρηση μέσα σ’ ἕνα ἀριθμὸν ἀλλὰ φανέρωσε τὸ ἀδιάκοπο καὶ παντοτινό. Αὐτὸ ἔδειξε καὶ μὲ τὴ παρακάτω παραβολή. Γιὰ νὰ μὴ νομίσουν μερικοὶ ὅτι δίνει βαρειὲς καὶ μεγάλες ἐντολὲς μ’ αὐτὸ τὸ ἑβδομῆντα ἑπτὰ φορὲς πρόσθεσε αὐτὴ τὴ παραβολή.
Μεταφέρει συνάμα σ’ ἐκεῖνο ποὺ εἶπε, περιορίζει ἐκεῖνον ποῦ μεγαλοφρονοῦσε γι’ αὐτό, δείχνει τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι βαρὺ ἀλλὰ μᾶλλον πολὺ εὔκολο. Γι’ αὐτὸ ὡδήγησε τὴ φιλανθρωπία του σ’ αὐτὸ τὸ σημεῖο γιὰ νὰ μάθωμε μὲ τὴν παράθεση τῆς παραβολῆς αὐτῆς, ὅτι κι ἄν ἑβδομήκοντα ἑπτὰ φορὲς συγχωρήσωμε κάποιον, κι ἄν κάθε ἁμαρτία γενικὰ ἀδιάκοπα συγχωροῦμε στὸν πλησίον μας, εἶναι σταγόνα νεροῦ μπροστὰ στὸ ἄπειρο πέλαγος, κι ἀκόμα μικρότερη ἡ φιλανθρωπία σου μποστὰ στὴν ἄπειρη καλωσύνη τοῦ Θεοῦ. Κι ἔχεις ἀνάγκη ἀπὸ αὐτὴ καθὼς πρόκειται νὰ δικασθῆς καὶ ν’ ἀποδώσης εὐθῦνες. Γι’ αὐτὸ συνέχισε μὲ τὴν παραβολή.   Μοιάζει ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν μ’ ἕνα βασιλιὰ ποὺ θέλησε νὰ λογαριαστῆ μὲ τοὺς δούλους του. Μόλις ἄρχισε, τοῦ ἔφεραν κάποιον ποὺ τοῦ χρεωστοῦσε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Δὲν μποροῦσε ὅμως νὰ πληρώσῃ καὶ γι’ αὐτὸ διάταξε νὰ πουληθῆ ὁ ἴδιος κι ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιὰ του κι ὅλη ἡ περιουσία του. Κι ἔπειτα ἀφοῦ δοκίμασε αὐτὸς τὴ φιλανθρωπία, ἔφυγε κι ἔπνιγε κάποιο συνδούλο του ποὺ τοῦ χρεωστοῦσε ἑκατὸ δηνάρια.   Μ’ αὐτὰ ἐξώργισε τὸν Κύριό του, καὶ τὸν ἔκαμε νὰ τὸν ρίξη πάλι στὴν φυλακή, ὥσπου νὰ ἐξοφλήση ὅλο τὸ χρέος. Βλέπετε πόση διαφορὰ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὰ ἁμαρτήματα πρὸς τὸν ἄνθρωπο καὶ πρὸς τὸ Θεό; Ὅσο διαφέρουν τὰ μύρια τάλαντα ἀπὸ τὰ ἑκατὸ δηνάρια καὶ πολὺ περισσότερο. Αὐτὸ προέρχεται καὶ ἀπὸ τὴ διαφορὰ τῶν προσώπων κι ἀπὸ τὴ συνέχεια τῶν ἁμαρτημάτων. Ὅταν μᾶς βλέπη ἄνθρωπος, ἀπέχομε καὶ διστάζομε ν’ ἁμαρτήσωμε. Δὲ σταματοῦμε ὅμως ἐνῶ ὁο Θεὸς μᾶς βλέπει κάθε μέρα ἀλλὰ πράττουμε καὶ λέμε χωρὶς φόβο τὰ πάντα. Καὶ δὲ γίνονται βαρύτερα τὰ ἁμαρτήματα ἀπ’ αὐτὸ μόνο ἀλλὰ κι ἀπὸ τὴν εὐεργεσία και ἀπὸ τὴν τιμὴ ποὺ ἀξιωθήκαμε. Κι ἄν θέλετε νὰ μάθετε πῶς τὰ ἁμαρτήματά μας πρὸς αὐτὸν φτάνουν τὰ μύρια τάλαντα κι ἀκόμα περισσότερα θὰ προσπαθησω νὰ σᾶς δείξω μὲ λίγους λόγους. Ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως σ’ ἐκείνους ποὺ ἔχουν κλίση στὴν κακία καὶ συνηθίζουν ν’ ἁμαρτάνουν παραχωρήσω μεγαλύτερη ἐλευθερία ἤ μήπως ὁδηγήσω τοὺς καλύτερους στὴν ἀπόγνωση κι ἐπαναλάβουν τὸ λόγο τῶν μαθητῶν· ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθῆ; Θὰ μιλήσω ἀκόμα ἔτσι, γιὰ νὰ κάνω αὐτοὺς ποὺ προσέχουν σταθερώτερους καὶ καλύτερους. Γιατὶ κι οἱ ἀθεράπευτοι κι οἱ ἀναίσθητοι καὶ χωρὶς αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὴν ὀκνηρία καὶ τὴν κακία τους κι ἄν ἀπὸ τοῦτα βρίσκουν ἀφορμὴ γιὰ μεγαλύτερη ὀκνηρία δὲν εἶναι αἰτία οἱ λόγοι ἀλλὰ ἡ ἀναισθησία ἐκείνων. Γιατὶ οἱ λόγοι ἔχουν τὴ δύναμη καὶ νὰ περιορίσουν ἐκείνους ποὺ προσέχουν καὶ νὰ τοὺς συγκινήσουν. Καὶ οἱ καλύτεροι ὅταν συνειδητοποιήσουν τὸν ὄγκο τῶν ἁμαρτημάτων τους καὶ διαπιστώσουν τὴ δύναμη τῆς μετανοίας, θὰ τὴ ζητήσουν μὲ περισσότερη ἐπιμονή. Γι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ μιλήσω. Θὰ μιλήσω καὶ θὰ ἀναφέρω λοιπὸν τὰ ἁμαρτήματα, ὅσα διαπτράττομε στὸ Θεὸ καὶ ὅσα στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ δὲ θ’ ἀναφέρω τ’ ἁμαρτήματα τοῦ καθενὸς ἀλλὰ τὰ κοινὰ ὅλων. Τὰ δικὰ του ἄς προσθέση ὁ καθένας κατὰ τὴ συνείδησή του. Θὰ πρωτοαναφέρω ὅμως τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Ποιὲς εἶναι οἱ εὐεργεσίες; Μᾶς ἐδημιούργησε ἀπὸ τὸ μηδὲν κι ὅλα ὅσα βλέπομε τὰ ἐδημιούργησε γιὰ μᾶς, τὸν οὐρανό, τὴ θάλασσα, τὴ γῆ, τὸν ἀέρα κι ὅλα τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ σπέρματά τους. Πρέπει νὰ μιλήσω περιληπτικὰ γιὰ τὸ ἄπειρο πέλαγος τῶν ἔργων. Σὲ μᾶς μόνο ἀπ’ ὅλα τὰ ὄντα τῆς γῆς ἔβαλε μὲ τὴν πνοή του τέτοια ψυχὴ ζωντανή, ἐφύτεψε γιὰ χάρη μας, παράδεισο, μᾶς ἔδωσε βοηθό, μᾶς ἔκαμε κυρίους τῶν ἀλόγων ζώων μᾶς ἐστεφάνωσε μὲ τιμὴ καὶ δόξα.   Κι ἔπειτα ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔδειξε τὴν ἀγνωμοσύνη του στὸν εὐεργέτη του, τὸν ἔκαμε ἄξιο μεγαλυτέρης δωρεάς.
β΄. Μὴ παρατηρήσης μόνο ὅτι μὰς ἔβγαλε ἀπὸ τὸν Παράδεισο, πρόσεξε καὶ τὸ κέρδος ἀπὸ τὴν ἐκδίωξη. Ἀφοῦ μᾶς ἔδιωξε καὶ μᾶς ἔδωσε τὶς μύριες ἐκεῖνες εὐεργεσίες καὶ τὶς χίλιες παραχωρήσεις, ἔστειλε καὶ τὸν ἴδιο τὸ γιὸ του γιὰ κείνους ποὺ ἄν καὶ εὐεργετήθηκαν τὸν μισοῦσαν καὶ μᾶς ἄνοιξε τὸν οὐρανὸ καὶ διαπλάτωσε τὸν ἴδιο τὸν παράδεισο καὶ μᾶς ἔκανε γιούς του ἐνῶ εἴμαστε ἐχθροὶ καὶ ἀγνώμονες. Ταιριάζει νὰ ποῦμε ἐδῶ· Τί βάθος πλούτου καὶ σοφίας Θεοῦ καὶ γνώσεως. Μᾶς ἔδωσε καὶ βάπτισμα συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων μας κι ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν τιμωρία καὶ κληρονομία ἀπὸ τὴ βασιλεία καὶ ὑποσχέθηκε ἀμέτρητα ἀγαθὰ γι’ αὐτοὺς ποὺ τὰ ἀποκτοῦν κι ἄπλωσε τὸ χέρι του κι ἔβαλε μέσα μας τὸ πνεῦμα του. Ὕστερ’ ἀπὸ τόσα καὶ τέτοια ἀγαθὰ πῶς ἔπρεπε νὰ αἰσθανώμαστε ἐμεῖς; Ἄν ἴσως πεθαίναμε καθημερινὰ γιὰ χάρη ἐκείνου ποὺ τόσο μᾶς ἀγαπᾶ θὰ ξεπληρώναμε τὴν ὀφειλὴ καὶ μᾶλλον θὰ καταθέταμε ἕνα πολλοστημόριο τῆς ὀφειλῆς μας; Καθόλου γιατὶ καὶ γι’ αὐτὸ θὰ γίνοταν κέρδος δικό μας. Καὶ πῶς αἰσθανόμασατε ἐμεῖς ποὺ ἔτσι ἔπρεπε νὰ αἰσθανόμασταν; Καθημερινὰ ὑβρίζομε τοὺς νόμους του. Μὴν ἀγανακτήσετε ἄν ἀφήσω τὴ γλῶσσα μου νὰ χτυπήση ὅσους ἁμαρτάνουν· μαχὶ μ’ ἐσᾶς θὰ κατηγορήσω καὶ τὸν ἑαυτό μου. Θέλετε ν’ ἀρχίσω ἀπὸ τοὺς δούλους; Ἀπὸ τοὺς ἐλεύθερους; Ἀπὸ τοὺς στρατιωτικούς; Ἀπὸ τοῦς ἰδιῶτες; Ἀπὸ τοὺς ἄρχοντες; Ἀπὸ τοὺς ἀρχομένους; Ἀπὸ τὶς γυναῖκες ἤ ἀπὸ τοὺς ἄνδρες; Ἀπὸ τοὺς γέρους ἤ ἀπὸ τοὺς νέους; Ἀπὸ ποιὰ ἡλικία, ποιὸ γένος, ποιὸ ἀξίωμα, ποιό ἐπάγγελμα; Νὰ κάμω ἀρχὴ ἀπὸ τοὺς στρατιωτικούς; Τὶ δὲν ἁμαρτάνουν αὐτοὶ καθημερνά; ὑβρίζουν, βλσαφημοῦν, κάνοντας σὰν τρελλοί, διαπραγματεύονται τὶς ξένες συμφορές, μοιάζουν μὲ λύκους. Δὲν εἶναι ποτὲ καθαροὶ ἀπὸ ἁμαρτήματα ἐκτὸς ἄν εἶναι κι ἡ θάλασσα χωρὶς κύματα. Ποιὸ πάθος δὲν τοὺς πειράζει καὶ ποιὸ νόσημα δὲν πολιορκεῖ τὴν ψυχή τους; Ζηλεύουν τοὺς ἰσόβαμθούς τους, εἶναι γεμᾶτοι φθόνο καὶ κενοδοξια. Στοὺς κατωτέρους τους εἶναι ἀλαζονικοί. Σ’ ὅσους καταφεύγουν σ’ αὐτοὺς ζητῶντας τὴ βοήθειά τους εἶναι ἐχθρικοὶ καὶ δόλιοι. Πόσες ἁρπαγὲς δὲν κάνουν, πόσες πλεονεξίες καὶ συκοφαντίες καὶ καπηλεῖες. Καὶ πόσες κολακεῖες δουλοπρεπεῖς! Ἄς ἐφαρμόσωμε τώρα στὴν κάθε περίπτωση τὸ νόμο τοῦ Χριστοῦ·   Ὅποιος πῆ τὸν ἀεδλφό του ἀνόητο εἶναι ἔνοχος γιὰ τὴν γέενα· Ὅποιος παρατηρήση γυναίκα μὲ βλέμμα ἐπιθυμίας, ἔγινε ἤδη μοιχός· Ὅποιος δὲν ταπεινώση τὸν ἑαυτό του σὰν παιδὶ δὲ θὰ μπῆ στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτοὶ ὅμως δείχνουν ἀλαζονεία κατὰ τῶν ὑποτελῶν τους καὶ ἐκείνων ποὺ ἔχουν παραδοθῆ σ’ αὐτοὺς καὶ τρέμουν καὶ φοβοῦνται· γι’ αὐτοὺς γίνονται χειρότεροι ἀπὸ θηρίο. Γιὰ τὸ Χριστὸ δὲν κάμουν τίποτα, ὅλα γιὰ τὸ στομάχι, γιὰ τὰ χρήματα, γιὰ τὴν κενοδοξία. Μπορεῖ κανεὶς ἄραγε νὰ ἀριθμήση μὲ λόγους τὴ διάπραξη ἁμαρτημάτων; Τὶ νὰ πῆ κανένας γιὰ τὰ πειράγματα, τὰ ἀστεῖα τους, τοὺς ἄστοχους λόγους, τὶς αἰσχρολογίες; Γιὰ τὴν πλεονεξία τους εἶναι ἀδύνατο νὰ γίνη λόγος. Ὅπως οἱ ἑρημῖτες ποὺ ζοῦν στὰ βουνὰ δὲν ξέρουν μήτε τί εἶναι πλεονεξία, ἴδια κι αὐτοὶ ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἀντίθετη ἄποψη. Ἐκεῖνοι ἐπειδὴ δὲν ἔχουν τὸ νόημα ἀγνοοῦν καὶ τὸ πάθος τῆς πλεονεξίας· τοῦτοι δὲν αἰσθάνονται τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, ἐπειδὴ κυλιοῦνται μέσα σ’ αὐτό. Τόσο πολὺ αὐτὴν ἡ κακία παραμέρισε τὴν ἀρετὴ κι ἔγινε τύραννος, ὤστε μήτε κἄν περνᾶ ἀπὸ τοὺς τρελλοὺς αὐτοὺς ἡ ἰδέα πὼς εἶναι βαρὺ ἔγκλημα. Θέλετε νὰ πᾶμε σὲ ἄλλους λγώτερο ἐπιφανεῖς ἀπ’ αὐτούς; Ἄς ἔρθωμε στὴν τάξη τῶν τεχνιτῶν, καὶ τῶν ἐπαγγελματιῶν. Αὐτοὶ θὰ θεωροῦνται ὅτι κερδίζουν τὴ ζωή τους ἀπὸ τίμιους κόπους καὶ ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τους. Ἀλλὰ κι αὐτοὶ ὅταν δὲν προσέξουν, πολλὰ κακὰ μαζεύουν γιὰ τὸν ἑαυτό τους. Γιατὶ προσθέτουν τὴν ἀδικία ἀπὸ τὶς ἀγοραπωλησίες τους στὴν τίμια ἐργασία τους, ὅπως ἐπίσης καὶ τοὺς ὅρκους καὶ τὶς ἐπιορκίες καὶ πολλὲς φορὲς μὲ τὴν πλεονεξία ποὺ τοὺς διακρίνει, μόνο τὰ βιοτικὰ σκέφτονται καὶ εἶναι δεμένοι πάντα μὲ τὰ γήινα. Κάνουν τὰ πάντα γιὰ νὰ κερδίσουν χρήματα, δὲν ἔχουν ὅμως καὶ μεγάλη προθυμία νὰ δώσουν σ’ ὅσους δὲν ἔχουν, θέλοντας πάντα νὰ πληθαίνουν τὴν περιουσία τους. Πῶς νὰ πῆ κανένας τὶς προσβολὲς ποὺ δέχονται γιὰ τέτοια πράγματα, τὶς ὕβρεις, τὰ δανείσματα, τοὺς τόκους τὶς συναλλαγὲς τὶς γεμᾶτες ἀπὸ ἀπάτες, τὸ χωρὶς ντροπὴ ἐμπόριο; 

γ΄. Ἀλλὰ θέλετε νὰ τοὺς ἀφήσωμε καὶ αὐτοὺς καὶ νὰ πᾶμε σ’ ἄλλους; Ἐκείνους ποὺ νομίζονται δὰ πιὸ δίκαιοι. Αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὶς ἔγγειες ἰδιοκτησίες καὶ καρπώνονται τὸν πλοῦτο τῆς γῆς. Τίποτα πιὸ ἄδικο ἀπ’ αὐτοὺς δὲν ὑπάρχει· Ἄν ἐξετάση κανένας πῶς μεταχειρίζονται τοὺς ἄθλιους καὶ δυστυχισμένους γεωργοὺς θὰ τοὺς εὕρη πιὸ σκληροὺς ἀπὸ τοὺς βαρβάρους. Γιατὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ λυώνουν ἀπὸ τὴν πεῖνα καὶ κοπιάζουν ὁλόκληρη τὴν ζωή τους, καὶ δουλειὲς ἀτέλειωτες καὶ ἀνυπόφορες ἐπιβάλλουν καὶ τοὺς φορτώνουν μ’ ὑπηρεσίες κοπιαστικές. Σὰν ὄνους καὶ ἡμίονους ἤ μᾶλλον σὰ λιθάρια χρησιμοποιοῦν τὰ σώματά τους καὶ δὲν τοὺς ἀφήνουν οὔτε μιᾶς στιγμῆς ἀνάσαμα. Καὶ εἴτε δίνει ἡ γῆ εἰσόδημα εἴτε ὄχι ὅμοια τοὺς βασανίζουν καὶ δὲν τοὺς δείχνουν καμμιὰ συγκατάβαση. Δὲν ὑπάρχει τίποτα χειρότερο ἀπ’ αὐτό· νὰ κοπιάσης ὁλόκληρο τὸ χειμῶνα, ν’ ἀφανιστῆς ἀπὸ τὰ κρύα, τὴ βροχή, καὶ τὶς ἀγρυπνίες καὶ νὰ φύγης στὸ τέλος μ’ ἄδεια χέρια καὶ νὰ εἶσαι καὶ χρεωμένος. Ἀπὸ τὴν πεῖνα αὐτὴ καὶ τὴν ἀποτυχία νὰ σὲ φοβίζουν περισσότερο καὶ νὰ σὲ τρομάζουν τὰ βάσανα τῶν ἐπιστατῶν καὶ τὰ τραβήγματα καὶ οἱ ἀπαιτήσεις καὶ τὰ δικαστήρια καὶ οἱ ἀναπόφευκτες ἀγγαρεῖες. Πῶς ν’ ἀναφέρη κανένας καὶ τὴν ἐκμετάλλευση ποὺ τοὺς κάνουν καὶ τὶς ἀπάτες μὲ τὶς ὁποῖες τοὺς ἐξαπατοῦν; Μὲ τοὺς κόπους καὶ τους ἱδρῶτες τους γεμίζουν ληνοὺς καὶ ὑπολήνια ἀλλὰ δὲν ἀφήνουν νὰ πάρουν κι ἐκεῖνοι μιὰ μικρὴ ποσότητα. Ρίχνουν ὅλο τὸ καρπὸ στὰ πιθάρια τῆς παρανομίας τους καὶ πετοῦν γιὰ τοῦτο σ’ αὐτοὺς λίγα μονάχα χρήματα. Ἐπινοοῦν καινούργιους ὅρους τοκισμοῦ ποὺ δὲν τοὺς παραδέχονται οὔτε οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, καὶ κάνουν γιὰ τὰ δάνεια γραμμάτια καταραμένα. Δὲ ζητοῦν τὸ ἑκατοστὸ ἀλλὰ τὸ μισὸ ἀπὸ τὸ εἰσόδημα κι αὐτὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ὑπόχρεως ἔχει γυναῖκα καὶ τρέφει παιδιά, κι εἶναι ἄνθρωπος, καὶ μὲ τοὺς δικούς κόπους καὶ τὸ ἁλώνι γεμίζει καὶ τὸ πατητήρι. Δὲν νιώθουν τίποτ’ ἀπ’ αὐτά. Γι’ αὐτὸ δὰ εἶναι καιρὸς νὰ παρουσιασθῆ ὁ προφήτης καὶ νὰ φωνάξη· Παραμέρισε οὐρανὲ καὶ φρῖξε γῆ σὲ πόση θηριωδία κύλησε ἔξαλλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Δὲν ὁμιλῶ γιὰ νὰ κατηγορήσω τὶς τέχνες, τὴ γεωργία, τὴ στράτευση, τὰ χωράφια ἀλλὰ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους. Γιατὶ καὶ ὁ Κορνήλιος ἦταν ἑκατόνταρχος καὶ ὁ Παῦλος σκυτοτόμος καὶ μετὰ τὸ κήρυγμα ἀσκοῦσε τὴν τέχνη του. Καὶ ὁ Δαυΐδ ἦταν βασιλιὰς καὶ ὁ Ἰώβ εἶχε κτήματα καὶ πολλὰ εἰσοδήματα. Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἀποτελοῦσε γι’ αὐτοὺς ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀρετή. Αὐτὰ ὅλα ἔχετε στὸ νοῦ σας καὶ τὰ μύρια τάλαντα συλλογισθῆτε. Καὶ ἀπ’ αὐτὰ ἔστω ἄς κινηθοῦμε νὰ συγχωρήσωμε στοὺς ἀδελφούς μας ἀμέσως ἐκεῖνα τὰ λίγα κι ἀσήμαντα. Λογαριάζομε τὶς ἐντολὲς ποὺ μᾶς ἔχει ἐμπιστευθῆ ὁ Θεὸς καὶ δὲν ἔχομε γιὰ νὰ τὰ ἐξφλήσωμε ὅλα, ὅ,τι κι ἄν κάνωμε. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεὸς ἕνα προσιτὸ κι εὔκολο τρόπο γιὰ ἐξόφληση, ποὺ μπορεῖ ὅλα ἐκεῖνα νὰ τὰ σβήση. Ἐννοῶ τὴν ἔλλειψη μνησικακίας. Γιὰ νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε τοῦτο καλά, ἄς ἀκούσωμε προχωρρῶντας ὁλόκληρη τὴ παραβολή. Τοῦ ἔφεραν, λέει ἡ παραβολή, ἕνα ὀφειλέτη μύριων ταλάντων. Κι ἐπειδὴ δὲν εἶχε νὰ πληρώση διάταξε νὰ πουληθῆ κι αὐτὸς κι ἡ γυναῖκα του καὶ τὰ παιδιά του. Αὐτὸ δὲ γινόταν οὔτε ἀπὸ σκληρότητα, οὔτε ἀπὸ ἀπανθρωπία. Γιατὶ σ’ αὐτὸν πάλι θὰ ἔπεφτε ἡ ζημία, ἀφοῦ κι ἐκείνη ἦταν δούλη του, ἀλλὰ ἀπὸ ἀνείπωτο ἐνδιαφέρον. Θέλει μὲ τὴν ἀπειλὴ αὐτὴ νὰ τὸν φοβίση καὶ νὰ τὸν ὁδηγήση στὴν παράκληση, ὄχι νὰ πουληθῆ. Ἄν δὲν ἦταν αὐτὸς ὁ λόγος, δὲ θὰ δεχόταν τὴν αἴτησή του, οὔτε θὰ τοὺ ἔκανε τὴ χάρη. Γιατὶ δὲν τὸ ἔκαμε αὐτὸ πρὶν ἀπὸ τὴν ἀπόδοση τοῦ λογαριασμοῦ καὶ δὲν ἐχάρισε τὸ χρέος; Ἤθελε νὰ τὸν διδάξη ἀπὸ πόσα χρέη τὸν ἐλευθερώνει, γιὰ νὰ γίνη πιὸ ἥμερος ἀπέναντι στὸν σύνδουλό του ἔστω καὶ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Γιατί, ἄν ἐπέμενε νὰ πνίξη τὸν σύνδουλό του μόλο ποὺ εἶχε κατανοήσει τὸν ὄγκο τῆς ὀφειλῆς καὶ τὸ μέγεθος τῆς συγνώμης, σὲ ποιὸ σημεῖο σκληρότητος δὲ θὰ ἔφθανε, ἄν δὲν τὸν προετοίμαζε μὲ τέτοια φάρμακα; Κι ἐκεῖνος εἶπε· δεῖξε τὴ μακροθυμία σου σ’ ἐμένα καὶ θὰ σοῦ τ’ ἀποδόσω ὅλα. Ὁ Κύριός του τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν ἄφησε χαρίζοντάς του τὸ δάνειο. Βλέπετε πάλι τὴν ὑπερβολὴ τῆς φιλανθρωπίας του. Ὁ ὑπηρέτης εἶχε ζητήσει ἀναβολὴ καὶ μετάθεση τῆς προθεσμίας. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἔδωσε περισσότερο ἀπ’ ὅσο ζητοῦσε, τὸ χάρισμα ὅλου τοῦ δανείου καὶ τὴ συγχώρηση. Εἶχε σκοπὸ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ νὰ τοῦ τὰ δώση ἀλλὰ δὲν ἤθελε νὰ εἶναι δική του μονάχα δωρεὰ ἀλλὰ καὶ τῆς παρακλήσεώς του ἐπακολούθημα, γὰ νὰ μὴ φύγη ἀβράβευτος. Ὅτι δικό του ἦταν ὁλόκληρο τὸ δῶρο, μ’ ὅλο ποὺ ὁ δοῦλος εἶχε προσπέσει καὶ παρακαλέσει τὸ φανερώνει ἡ αἰτία τῆς συγχωρήσεως. Τὸν εὐσπλαχνίσθηκε καὶ τοῦ χάρισε τὸ χρέος. Ἀλλὰ κι ἔτσι ἤθελε νὰ νομίζη ὅτι κι ὁ ἴδιος συνεισφέρει κάτι, γιὰ νὰ μὴν ἐξευτελιστῆ ἐντελῶς. Ἔτσι ἔχοντας πεῖρα ἀπὸ τὴ δική του ταλαιπωρία νὰ γινη συγχωρητικὸς στὸ σύνδουλό του. 

δ΄Καλὸς ἦταν αὐτὸς ὡς ἐδῶ καὶ ἀρεστὸς στὸν κύριό του. Ὡμολόγησε τὴν ὀφειλή του κι ὑποσχέθηκε νὰ τὴν ἀποδώση. Εἶχε προσπέσει καὶ παρακαλέσει καὶ ἀναγνώρισε τὰ ἁμαρτήματά του καὶ κατάλαβε τὸ μεγεθος τῆς ὀφειλῆς. Τὰ ἑπόμενα ὅμως ἦσαν ἀνάξια τῶν πρώτων. Ἀφοῦ βγῆκε ἀμέσως, ὄχι ἔπειτα ἀπὸ κάποιο διάστημα, ἀλλὰ ἀμέσως ἐνῶ ἡ ἐντύπωση ἀπὸ τὴν εὐεργεσία ἦταν ὁλοζώντανη, χρησιμοποίησε τὴ δωρεὰ καὶ τὴν ἐλευθερία ποὺ τοῦ παραχώρησε ὁ κύριός του γιὰ νὰ ἐκδηλώση τὴ κακία του. Βρῆκε ἕνα σύνδουλό του ποὺ τοῦ χρεωστουσε ἑκατὸ δηνάρια καὶ τὸν ἔπνιγε λέγοντάς του· Δῶσε μου ὅ,τι μοῦ χρεωστᾶς. Εἴδαμε τοῦ κυρίου τὴν φιλανθρωπία, ἰδοὺ καὶ τοῦ δούλου ἡ σκληρότητα. Ἀκοῦστε σεῖς ποὺ φέρεστε ἔτσι γιὰ χρήματα. Ἄν δὲν πρέπη νὰ φερώμαστε ἔτσι γιὰ ἁμαρτήματα, πολὺ περισσότερο δὲν πρέπει γιὰ χρήματα. Κι ὁ σύνδουλος τὸν παρακαλεῖ· Περίμενέ με λίγο καὶ θὰ σοῦ τὰ δώσω ὅλα. Αὐτὸς ὅμως οὔτε τοὺς λόγους σεβάστηκε ποὺ τὸν ἔσωσαν (γιατὶ κι ὁ ἴδιος αὐτὰ εἶχε πεῖ καὶ ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὰ μύρια τάλαντα) οὔτε τὸ λιμάνι κατάλαβε ποὺ τὸν ἐφύλαξε ἀπὸ τὸ ναυάγιο. Κι ἡ στάση τῆς παρακλήσεως δὲν τοῦ θύμισε τὴ φιλανθρωπία τοῦ κυρίου. Ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἔδιωξε ἀπὸ τὴν ψυχή του ἡ σκληρότητα καὶ ἡ μησικακία, ἔγινε ἀγριώτερος ἀπὸ τὸ θηρίο κι ἔπνιγε τὸ σύνδουλό του. Τί κάνεις ἄνθρωπε; Ἀπαιτῶντας τὰ δικαιώματά σου δὲν αἰσθάνεσαι ὅτι σπρώχνεις τὸ ξίφος κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ σου; ἀνακαλεῖς καὶ τὴν ἀπόφαση καὶ τὴ δωρεά; Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ δὲν κατάλαβε, οὔτε θυμήθηκε τὰ δικά του, οὔτε ὑποχώρησε. Κι ὅμως δὲν ἦταν ἡ παράκληση γιὰ ἴσα πράγματα· ὁ ἕνας παρακαλοῦσε γιὰ μύρια τάλαντα, ὁ ἄλλος γιὰ ἑκατὸ δηνάρια. Ὁ ἕνας τὸν σύνδουλό του, ὁ ἄλλος τὸν κύριο. Κι ὁ ἕνας ἔλαβε συγχώρηση τέλεια, ὁ ἄλλος ζητοῦσε ἀναβολή. Καὶ μήτε αὐτὴν δὲν τοῦ ἔδωσε. Τὸν ἔρριξε στὴ φυλακή. Ὅταν τὸν εἶδαν οἱ σύνδουλοί του τὸν κατηγόρησαν στὸν κύριό τους. Μήτε στοὺς ἀνθρώπους ἦταν ἀρεστό, μήτε βέβαια στὸ Θεό. Ἔνιωσαν συμπόνια αὐτοὶ ποὺ δὲν χρεωστοῦσαν. Κι ὁ Κύριος; Κακέ δοῦλε, τοῦ λέει. Σοῦ ἐχάρισα ὅλο ἐκεῖνο τὸ χρέος σου , μόλις μὲ παρακάλεσες. Δὲν ἔπρεπε νὰ συμπονέσης καὶ σὺ τὸ σύνδουλό σου, ὅπως σὲ συμπόνεσα κι ἐγώ; Προσέξετε πάλι τὴν καλωσύνη τοῦ Κυρίου. Δικάζεται μαζί του κι ἀπολογεῖται, ἐνῶ πρόκειται νὰ ἀναιρέση τὴ δωρεά. Ἄν καὶ δὲν τὴν ἀναίρεσε αὐτὸς ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ τὴν δέχτηκε.   Γι’ αὐτὸ τοῦ λέει. Ὅλο ἐκεῖνο τὸ χρέος σοῦ τὸ χάρισα, μόλις μὲ παρακάλεσες. Δὲν ἔπρεπε καὶ σὺ νὰ συμπονέσης τὸ συνδουλό σου; Κι ἄν σοῦ φαίνεται πὼς εἶναι βαρὺ πρᾶγμα, ἔπρεπε νὰ προσέξης καὶ τὸ κέρδος ποὺ εἶχες καὶ θὰ ἔχης. Κι ἄν εἶναι δύσκολη ἡ προσταγή, ἔπρεπε νὰ σκεφτῆς τὸ ἔπαθλο. Μήτε νὰ σκεφτῆς ὅτι ἐκεῖνος σ’ ἐλύπησε ἀλλὰ ὅτι σὺ ἐξώργισες τὸ Θεό, ποὺ τὸν ἐπράυνες μὲ μόνη τὴν παράκλησή σου. Κι ἄν σοῦ εἶναι τόσο ἐνοχλητικὸ νὰ γίνης φίλος μ’ ἐκεῖνον ποὺ σ’ ἐλύπησε, εἶναι πολὺ χειρότερο γιὰ σένα νὰ πέσης στὴ γέενα. Κι ἄν εἶχες ἀντιπαραθέσει τοῦτο σ’ ἐκεῖνο τότε θὰ καταλάβαινες πόσο εἶναι ἐλαφρότερο ἐκεῖνο. Κι ὅταν χρεωστοῦσε μύρια τάλαντα, δὲν τὸν ἀπεκάλεσε πονηρό, οὔτε τὸν ὕβρισε ἀλλὰ τὸν ἐλέησε. Ὅταν ἔδειξε ἀγνωμοσύνη στὸν σύνδουλό του τότε τοῦ λέει, δοῦλε πονηρέ. Ἄς τ’ ἀκούσωμε ὅσοι εἴμαστε πλεονέκτες. Ὁ λόγος στρέφεται σ’ ἐμᾶς. Ἄς ἀκούσωμε οἱ ἄσπλαχνοι καὶ σκληροὶ ὅτι ἡ σκληρότητα στρέφεται ἐναντίον μας. Ὅταν μνησικακῆς πρέπει νὰ καταλάβης ὅτι μνησικακεῖς ἐναντίον τοῦ ἑαυτοῦ σου, ὄχι ἐναντίον ἄλλου. Ὅτι δένεις καλὰ καλὰ τὰ δικά σου ἁμαρτήματα ὄχι τοῦ ἀδελφοῦ σου. Σὺ ὅ,τι κι ἄν κάνης σ’ αὐτόν, τὸ κάνεις σὰν ἄνθρωπος στὴν παροῦσα ζωή, ὁ Θεὸς θὰ σὲ τιμωρήσει ἀλλοιῶς, μὲ τὴν ἐκεῖ τιμωρία. Τὸν παρέδωσε στὸ δεσμοφύλακα, ὥσπου ν’ ἀποδώση ὅ,τι χρεωστοῦσε, δηλαδὴ γιὰ πάντα, γιατὶ βέβαια δὲ θὰ ξεχρεώση ποτέ. Κι ἀφοῦ δὲν ἔγινες μὲ τὴν εὐεργεσία καλύτερος, μένει νὰ διορθωθῆς μὲ τὴν τιμωρία. Καὶ παρόλο ποὺ τὰ χαρίσματα καὶ οἱ δωρεὲς εἶναι ἀμετάκλητα ἡ κακία μπόρεσε κι αὐτὸ τὸ νόμο νὰ καταστρέψη. Ποιὸ εἶναι λοιπὸν χειρότερο ἀπὸ τὴ μνησικακία, ὅταν ὁλοφάνερα ἀνατρέπει τέτοια καὶ τόση θεία δωρεά; Καὶ δὲν τὸν παράδωσε ἁπλᾶ, παρὰ μὲ θυμό. Ὅταν εἶχε δώσει τὴν ἐντολὴ νὰ πουληθῆ, δὲν ἦταν ἐντολὴ ὀργῆς, γι’ αὐτὸ καὶ σὲν τὸ ἔκαμε· ἦταν ἀφορμὴ μεγίστη φιλανθρωπίας. Τώρα ὅμως ἡ ἀπόφαση προέρχεται ἀπὸ πολλὴ ἀγανάκτηση καὶ τιμωρία καὶ κόλαση. Τί θέλει νὰ πῆ ἡ παραβολή; Ἔτσι θὰ κάμη καὶ σ’ ἐσᾶς, ὁ Πατέρας μου ἄν δὲ συγχωρήση ὁ καθένας μὲ τὴν καρδιά του τὰ παραπτώματα τοῦ ἀδελφοῦ του. Δὲν λέγει ὁ πατέρας σας, ἀλλὰ ὁ Πατέρας μου. Δὲν ἀξίζει ὁ τέτοιος ἄνθρωπος νὰ ἀποκαλῆ Πατέρα τὸ Θεό, ὁ τόσο κακὸς καὶ μισάνθρωπος.

ε΄ Δύο λοιπὸν πράγματα ζητεῖ ἐδῶ· καὶ νὰ ἀναγνωρίζωμε τὰ ἁμαρτήματά μας καὶ νὰ συγχωροῦμε τοὺς ἄλλους. Καὶ τὸ πρῶτο γιὰ χάρη τοῦ δευτέρου, γιὰ νὰ γίνεται αὐτὸ πιὸ εὔκολα (Γιατὶ ὅποιος συναισθάνεται τὰ δικὰ του, γίνεται πιὸ συγχωρητικὸς στὸ σύνδουλό του). Καὶ ἡ συγχώρηση νὰ μὴ γίνεται μὲ τὸ στόμα μονάχα ἀλλὰ μὲ τὴν καρδιά. Ἄς μὴ σπρώχνουμε λοιπὸν κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ μας τὸ ξιφος μὲ τὴ μνησικακία μας. Ποιὰ λύπη τόσο μεγάλη σοῦ προξένησε αὐτὸς ποὺ σὲ λύπησε, ὅσο αὐτὴν ποὺ προξενεῖς σὺ στὸν ἑαυτό σου με τὸ νὰ θυμᾶσαι τὴν ὀργή, καὶ νὰ ἐπισύρης ἐπάνω σου τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ; Ἄν εἶσαι ἤρεμος καὶ φιλοσοφῆς τὸ κακὸ θὰ ξεσπάση σ’ ἐκεῖνον, αὐτὸς θὰ ὑποφέρη. Ἄν ὅμως ἀγανακτῆς καὶ γκρινιάζης τότε θὰ ὑποστῆς ὁ ἴδιος τὴ βλάβη ὄχι ἀπὸ κεῖνον ἀλλὰ ἀπὸ σένα τὸν ἴδιο. Μὴν δικαιολογῆσαι ὅτι σὲ ὕβρισε, σὲ συκοφάντησε, σοῦ προξένησε μύρια κακά. Ὅσα περισσότερα ἀπαριθμήσεις, τόσο περισσότερο τὸν παρουσιάζεις σὰν εὐεργέτη σου. Γιατὶ σοῦ ἔδωσε ἀφορμὴ νὰ ἀποπλύνης τὰ ἁμαρτήματά σου. Ὥστε ὅσο πιὸ πολὺ σ’ ἔχει ἀδικήσει τόσο μεγαλύτερες συγχωρήσεις ἁμαρτημάτων αἴτιος γίνεται. Ἄν θέλωμε, δὲ θὰ μπορέση νὰ μᾶς ἀδικήσει κανείς· ἀκόμα κι οἱ ἐχθροί μας θὰ μᾶς προξενήσουν τὴ μέγιστη ὠφέλεια. Καὶ γιατὶ νὰ περιοριστῶ στοὺς ἀνθρώπους; Πονηρότερος ἀπὸ τὸν διάβολο δὲν ὑπάρχει. Κι ὅμως πόση ἀφορμὴ ὠφέλειας ἔχομε κι ἀπ’ αὐτὸν μᾶς τὸ δείχνει ὁ Ἰώβ. Κι ἄν ὁ διάβολος γίνεται ἀφορμὴ βραβεύσεως, γιατὶ φοβᾶσαι τὸν ἄνθρωπο; Πρόσεξε, πόσα κερδίζεις, ὅταν ὑποφέρεις μὲ πραότητα τοὺς πειρασμοὺς τῶν ἐχθρῶν σου. Τὸ πρῶτο καὶ τὸ μεγαλύτερο ἡ ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τ’ ἁμαρτήματα. Δεύτερο, καρτερία κι ὑπομονή. Τρίτο, ἡμερότητα καὶ φιλανθρωπία. Γιατὶ ὅποιος δὲν ξέρει νὰ ὀργίζεται μ’ ἐκείνους ποὺ τὸν λυποῦν, πολὺ φιλικώτερος θὰ εἶναι μ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἀγαποῦν. Τέταρτο, νὰ εἶσαι πάντα καθαρὸς ἀπὸ ὀργή, μὲ τὸ ὁποῖο τίποτα δὲν εἶναι ἴσο. Ὅποιος εἶναι καθαρὸς ἀπὸ ὀργή εἶναι φανερό ὅτι ἔχει ἀπαλλαγῆ κι ἀπὸ τὴ λύπη ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ὀργὴ καὶ δὲ θὰ ξοδέψη τὸ βίο του σὲ μάταιους κόπους καὶ πόνους. Αὐτὸς ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ γίνεται μισητός, δὲν θὰ νοιώση τὴ λύπη, ἀλλὰ θὰ ἀπολαύση εὐτυχία καὶ ἄπειρα ἀγαθά. Ὥστε τὸν ἑαυτό μας τιμωροῦμε, ὅταν μισοῦμε τοὺς ἄλλους, ὅπως πάλι κι ἄν ἀγαποῦμε εὐεργετοῦμε τὸν ἑαυτό μας. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὰ θὰ εἶσαι σεβαστὸς ἀκόμα καὶ στοὺς ἐχθρούς σου, ἀκόμα κι ἄν εἶναι δαίμονες. Μὲ τέτοια διάθεση οὔτε ποὺ θὰ ἔχης ἐχθρούς. Τὸ μεγαλύτερο καὶ πρῶτο ἀπ’ ὅλα, κερδίζεις τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἄν ἔχης σφάλει θὰ λάβης συγχώρηση. Ἄν ἔχης ἐπιτύχει, θὰ ἀποκτήσεις περισσότερη παρρησία. Ἄς ἐπιτύχωμε λοιπὸν νὰ μὴ μισοῦμε κανένα, γιὰ νὰ μᾶς ἀγαπήση κι ὁ Θεός. Καὶ νὰ μᾶς δείξη εὐσπλαχνία κι ἔλεος ἀκόμα κι ἄν εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιὰ μύρια τάλαντα. Ἄν σ’ ἀδίκησε κάποιος, ἐλέησέ τον, μὴν τὸν μισήσης. Δάκρυσε καὶ κλάψε, μὴν τὸν ἀποστραφῆς. Δὲν εἶσαι σὺ ποὺ ἔχεις προσκρούσει στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ ἐκεῖνος. Σὺ ἀποδεικνύεσαι δόκιμος, ἄν ὑποφέρης. Σκέψου ὅτι ὅταν ὁ Χριστὸς ἔμελλε νὰ σταυρωθῆ, χαιρόταν γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἔκλαιγε ὅμως γι’ αὐτοὺς ποὺ τὸν ἐσταύρωσαν. Ἔτσι πρέπει νὰ αἰσθανώμαστε κι ἐμεῖς. Κι ὅσο πιὸ πολὺ ἀδικοῦν τόσο πρέπει νὰ θρηνοῦμε γι’ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀδικοῦν. Ἀπ’ αὐτὸ ἐμεῖς θὰ κερδίσωμε πολλὰ ἀγαθά, καὶ ἐκεῖνοι τ’ ἀντίθετα. Ἀλλὰ μήπως μπροστά σὲ ὅλους διατύπωσε ὕβρεις καὶ προσβολές; Μπροστὰ σὲ ὅλους λοιπὸν ἐντρόπιασε καὶ ἐπρόσβλαε τὸν ἑαυτό του κι ἐλευθέρωσε τὰ στόματα ἀμέτρητων κατηγόρων κι ἔπλεξε γιὰ σένα περισσότερα στεφάνια καὶ σοῦ μάζεψε πολλοὺς κήρυκες τῆς ὑπομονῆς σου. Σὲ συκοφάντησε σὲ ἄλλους; Τί σημαίνει αὐτό, ὅταν εἶναι ὁ Θεὸς αὐτὸς που θὰ ζητήση εὐθῦνες κι ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ ἄκουσαν; Πρόσθεσε κι ἄλλη ἀφορμὴ τιμωρίας τοῦ ἑαυτοῦ του, γιὰ νὰ δώση λόγο ὄχι μόνο γιὰ τὰ δικά του ἀλλὰ καὶ γι’ αὐτοὺς μὲ τοὺς ὁποίους μίλησε γιὰ σένα. Καὶ σένα σὲ κατηγόρησε σὲ ἀνθρώπους, ὁ ἴδιος κατηγορήθηκε στὸ Θεό. Κι ἄν δὲ σοῦ φτάνουν αὐτά, σκέψου ὅτι καὶ ὁ Κύριός σου κατηγορήθηκε καὶ ἀπὸ τὸν Σατανᾶ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ πρὸς τοὺς πιὸ ἀγαπητούς του. Τὸ ἴδιο ἔπαθε καὶ ὁ Μονογενής του. Γι’ αὐτὸ κι ἔλεγε, ἀφοῦ τὸν νοικοκύρη ὠνόμασαν Βεελζεβούλ πολὺ χειρότερα θὰ κάνουν μὲ τοὺς δικούς του. Καὶ δὲν τὸν ἐκατηγόρησε μόνο ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος δαίμονας ἀλλὰ ἔγινε καὶ πιστευτὸς καὶ τοῦ ἀπέδωσε ὄχι ὁποιαδήποτε κατηγορία ἀλλὰ τὰ μέγιστα αἴσχη κι ἐγκλήματα. Γιατὶ καὶ δαιμονισμένο τὸν ἐκάλεσε καὶ πλάνο καὶ ἀντίθεο. Ἀλλὰ μήπως ἐνῶ εὐεργέτησες σοῦ ἔκαναν κακό; Καὶ γι’ αὐτὸ νὰ θρηνῆς καὶ νὰ λυπᾶσαι γι’ αὐτὸν ποὺ στοῦ τὸ ἔκαμε, καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό σου νὰ χαίρεσαι, γιατὶ ἔγινες ὅμοιος μὲ τὸ Θεό, ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο σὲ κακοὺς καὶ καλούς. Μπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴ δύναμή σου νὰ μιμηθῆς τὸ Θεό, ἄν καὶ στὸ συνετὸ δὲν εἶναι δύσκολο μήτε αὐτό. Ἄν τὸ νομίζης λοιπὸν ἀνώτερο ἀπὸ τὴ δύναμή σου, ἄς πᾶμε κοντὰ στοὺς συνδούλους μας· στὸν Ἰωσὴφ ποὺ τόσα ἔπαθε κι ὅμως εὐεργέτησε τοὺς ἀδελφούς του. Ἄς πᾶμε στὸ Μωϋσῆ ποὺ τόσο τὸν ἐπιβουλεύτηκαν, κι ὅμως γι’ αὐτοὺς παρακάλεσε. Ἄς πᾶμε στὸν μακάριο Παῦλο ποὺ μῆτε νὰ μετρήση δὲν μπορεῖ ὅσα ἔπαθε ἀπ’ αὐτοὺς κι ὅμως ἤθελε νὰ γίνη ἀντικείμενο ἀναθέματος γιὰ χάρη τους. Ἄς πᾶμε στὸ Στέφανο, ποὺ τὸν λιθοβολοῦσαν καὶ παρακαλοῦσε νὰ μὴ λογαριστῆ ἡ ἁμαρτία τους. Ὅλα αὐτὰ ἄς σκεφθοῦμε κι ἄς διώξουμε κάθε ὀργή, γιὰ νὰ μᾶς συγχωρήση καὶ ὁ Θεὸς τὰ παραπτώματά μας μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ τιμὴ καὶ τώρα καὶ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.