Δευτέρα, 24 Ιουλίου 2017

Προσευχὴ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου

 

Ὦ Δημιουργέ μου καὶ Πλάστα μου, πολλὰ σοῦ ἐζήτησα, ἐγὼ ποὺ δὲν εἶναι ἄξιος οὔτε τὰ ὀλίγα νὰ λάβω.

Ὁμολογῶ, ἄχ! ὁμολογῶ ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λάβω τὰς χάριτας ποὺ ζητῶ, ἀλλὰ τοὐναντίον μοῦ ἀξίζουν πολλὲς καὶ φοβερὲς κολάσεις. Ἀλλ᾿ ὅμως μὲ παρακινοῦν νὰ ἔχω θάρρος οἱ τελῶναι καὶ αἱ πόρναι καὶ οἱ λησταὶ τοὺς ὁποίους ἡ χάρις Σου ἐτράβηξε ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Σατανᾶ καὶ τοὺς ἔβαλε στὴ μάνδρα τῶν λογικῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ. Διότι Σὺ Θεέ μου ποὺ δημιούργησες τὰ πάντα, Σὺ ποὺ εἶσαι θαυμαστὸς εἰς ὅλα τὰ ἔργα σου, εἶσαι ἀκόμη θαυμαστότερος ὅταν δείχνῃς τὸ ἔλεός Σου. Δι᾿ αὐτὸ καὶ μὲ κάποιον δοῦλόν σου εἶπες τὸ ρητὸ «οἱ οἰκτιρμοὶ αὐτοῦ ἐπὶ πάντα τὰ ἔργα αὐτοῦ». Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον Σὺ εἶπες γιὰ τὸν ἕνα, ἰσχύει γιὰ ὅλον τὸν λαόν σου, «τὸ ἔλεός μου οὐ μὴ διασκεδάσω ἀπ᾿ αὐτοῦ» (τὸ ἔλεός μου δὲν θὰ τὸ πάρω ἀπ᾿ αὐτόν). Διότι κανέναν, Θεέ μου, δὲν παραμελεῖς, κανέναν δὲν πετᾷς, κανέναν δὲν ἀποστρέφεσαι, εἰμῆ μόνον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μόνος του Σὲ ἀποστρέφεται ἐν τῇ ἀνοησίᾳ του.

Λοιπόν, ὄχι μόνον δὲν πατάσσεις ἀμέσως ἐκείνους ποὺ σὲ παροργίζουν μὲ τὰς ἁμαρτίας των, ἀλλὰ ἐὰν σοῦ ζητήσουν ποτέ, καὶ δωρεὰς τοὺς δίνεις, Θεέ μου! ἡ σωτηρία μου! ἐγὼ ὁ ταλαίπωρος, ἐγὼ Σὲ παρώργισα, ἐγὼ τὸ πονηρὸν μπροστὰ στὰ μάτια Σου τὸ ἔπραξα, τὸν θυμόν Σου ἄναψα, καὶ ἔγινα ἄξιος της ὀργῆς Σου. Ἠμάρτησα καὶ μὲ ἀνέχθηκες, παρανόμησα καὶ ἀκόμη μακροθυμεῖς. Ἐὰν μετανοήσω, μὲ λυπᾶσαι, ἐὰν ἐπιστρέψω, μὲ δέχεσαι, καὶ τὸ ἀκόμη μεγαλύτερο, ἐνῷ ἀναβάλλω, μὲ περιμένεις. Ἐνῷ πλανῶμαι, μὲ προσκαλεῖς νὰ ἔλθω κοντά Σου, καὶ ἐνῷ ἀνθίσταμαι, σὺ μὲ φωνάζεις, ἐνῷ ὀκνῶ, μὲ δέχεσαι, ὅταν ἐπανέρχωμαι, μὲ περιβάλλεις μὲ ἀγάπη, ὅταν δείχνωμαι ἀσύνετος, μὲ διδάσκεις, ὅταν λυποῦμαι, μὲ γλυκαίνεις, ὅταν πέφτω, μὲ σηκώνεις, ὅταν εἶμαι πεσμένος, πάλιν μὲ παίρνεις, ὅταν σου ζητῶ κάτι, μοῦ τὸ δωρίζεις, ὅταν ζητῶ ἐσένα, ἔρχεσαι κοντά μου, ὅταν κτυπάω τὴ θύρα τοῦ ἐλέους Σου, ἀνοίγεις.

Ἰδού, Κύριε ὁ Θεὸς τῆς σωτηρίας μου, τί θὰ σοῦ ἀνταποδώσω γιὰ ὅλα αὐτὰ δὲν γνωρίζω, πῶς θὰ ἀνταποκριθῶ δὲν ἠξεύρω. Μὲ κανένα τρόπον δὲν ἠμπορῶ νὰ κρυφτῶ ἀπὸ τὰ μάτια Σου, ἀλλὰ μοῦ ἔδειξες τὸν δρόμον τῆς εὐτυχίας, μὲ ἐδίδαξες πῶς πρέπει νὰ τὸν βαδίζω. Μὲ ἐφοβέριξες μὲ τὴν κόλασι καὶ μοῦ ὑποσχέθης τὴν ἀπόλαυσιν εἰς τὸν παράδεισον.

Τώρα, λοιπόν, Θεέ μου, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ πατέρας τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς τῆς παρηγορίας, κάρφωσε τὰς σάρκας μου μὲ τὸν φόβο σου, διὰ νὰ φοβηθῶ τὰς ἀπειλές σου καὶ ξεφύγω ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, καὶ δός μου τὴν χαρὰν τῆς σωτηρίας, ὥστε στηριγμένος στὴν ἀγάπη Σου νὰ ἀπολαύσω ὅσα μοῦ ὑποσχέθηκες. Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ἡ δύναμίς μου, τὸ στερέωμά μου, τὸ καταφύγιό μου, ἡ σωτηρία μου, φώτισέ με, σὲ παρακαλῶ, τί πρέπει νὰ σκέπτωμαι γιὰ Σένα, δίδαξέ με μὲ ποιὰ λόγια πρέπει νὰ σὲ ἐπικαλοῦμαι, μὲ ποιὲς πράξεις πρέπει νὰ σὲ εὐχαριστῶ, διότι ξεύρω ὅτι σὺ εἶσαι πολυέλεος, αὐτὸ ξέρω πρῶτον. Καὶ δεύτερον, ὅτι κανέναν δὲν περιφρονεῖς. Διότι μπροστά Σου, τὸ πνεῦμα ποὺ ἔχει κατάνυξι καὶ λύπη, εἶναι θυσία καὶ Σύ, τὴν καρδιὰ τὴν συντετριμμένην καὶ τὴν τεταπεινωμένην τὴν δέχεσαι.

Μὲ αὐτές, Θεέ μου, βοηθέ μου, μὲ αὐτὲς τὶς χάριτες πλούτισέ με, μὲ αὐτὰ τὰ ὀχυρώματα φράξε με ἐναντίον τοῦ πονηροῦ, μὲ αὐτὴν τὴ δροσιὰ δρόσισέ με ἐναντίον τῆς φωτιᾶς τῶν ἁμαρτιῶν μου, ἐναντίον τῶν ἐμπαθῶν ὀρέξεών μου. Σύ, Κύριε, ποὺ εἶσαι ἡ δύναμις τῆς σωτηρίας μου, βοήθησέ με ὥστε νὰ μὴν ἀριθμηθῶ μ᾿ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γιὰ λίγο καιρὸ πιστεύουν καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ πειρασμὸς φεύγουν ἀπὸ κοντά σου. Ἐπισκίασε ἐπάνω στὴν κεφαλή μου τὴν ἡμέρα τοῦ πολέμου, γίνε ἡ ἐλπίδα μου τὴν ἡμέρα τῆς θλίψεώς μου καὶ ἡ σωτηρία μου στὴν ἡμέρα τῆς ἀνάγκης μου.

Ἰδού, Κύριε, Σὺ ποὺ εἶσαι ὁ φωτισμός μου καὶ ὁ σωτήρας μου, σοῦ ἐζήτησα, ὅσα χρειάζομαι, σοῦ εἶπα, ὅσα φοβοῦμαι, ἀλλὰ μὲ δαγκώνει ἡ συνείδησίς μου, μὲ ἐλέγχουν τὰ κρυφὰ τῆς καρδιᾶς μου, καὶ ἐκεῖνο ποὺ μὲ βάζει νὰ πῶ ὁ πόθος, μοῦ τὸ διασκορπίζει ὁ φόβος.

Ὁ μὲν ζῆλος μὲ παρορμᾷ πρὸς Ἐσέ, ἡ δὲ δειλία μὲ διώχνει. Τὰ μὲν ἔργα μου μὲ κάμνουν νὰ φοβοῦμαι, ἀλλ᾿ ἡ εὐσπλαγχνία Σου μὲ κάμνει νὰ παίρνω θάρρος.

Ἡ ἀγαθότης, ποὺ ὑπάρχει μέσα Σου, μὲ κάνει νὰ τρέχω, ἀλλ᾿ ἡ φαυλότης καὶ ἡ κακοήθεια ποὺ ὑπάρχει μέσα μου, μὲ κάνει νὰ βραδύνω. Καὶ διὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅ,τι συμβαίνει, ἔρχονται στὴν μνήμη μου φαντάσματα μοχθηριῶν καὶ κακῶν πράξεων, μὲ τὰ ὁποῖα τὸ θάρρος τῶν προκατειλημμένων ψυχῶν χάνεται.