Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Ο Μέγας Ιεροεξεταστής (Οἱ τρεῖς πειρασμοὶ)

inquisition 01

Φώτης Κόντογλου

Προτού αρχίσουμε τη δημοσίευση των τεσσάρων μερών του παραπάνω άρθρου, ας δούμε  τι γράφει για το Φώτη Κόντογλου ο λόγιος μοναχός και φίλος του, Θεόκλητος Διονυσιάτης:
«Αναμφιβόλως ο αλησμόνητος εν Χριστώ αδελφός Φώτιος υπήρξε μια δόξα της εν Ελλάδι Εκκλησίας και αφήνει ήδη μέγα κενόν εις τους τομείς που διηκόνησεν. Απεχωρίσθη ημών έμπλεως αγαθών και εξαισίων έργων, τετιμημένος υπό της πολιτείας, κλαιόμενος και μακαριζόμενος υπό της Ορθοδοξίας και αναγνωρισθείς ως φωτεινόν άστρον εις τον πνευματικόν ουρανόν της Ελλάδος υπό της Ελληνικής κοινωνίας. Αλλ` ο ταπεινόφρων Φώτιος τίποτε από αυτά δεν ηθέλησε. Μόνον εφόδιον που εζήλωσεν είναι αι ευχαί και τα δάκρυα των χριστιανών υπέρ των ατελειών του, ως ανθρώπου. Αλλά προ παντός, επήρε μαζί του ως πολυτίμους εξοδίους και αφθάρτους στεφάνους, τας λυσσώδεις ύβρεις των παπικών και φιλοπαπικών, οίτινες έδωκαν το μέτρον της Ορθοδοξίας του θεοφωτίστου τούτου ανδρός και εβεβαίωσαν την πατερικότητά του».
 (Μοναχού Θεοκλήτου Διονυσιάτου , Ο Φώτης Κόντογλου στην τρίτη διάστασή του, Έκδοση Ιερού Κοινοβίου Οσίου Νικοδήμου, Γουμένισσα, 2003)
Α΄

Πολλά, αμέτρητα, είναι όσα γραφήκανε για τον παπισμό, αλλά λίγα είναι σαν αυτά που έγραψε για το αινιγματικό τούτο σύστημα ο πλέον βαθυστόχαστος κι αποκαλυπτικός Ρώσος συγγραφέας Θόδωρος Ντοστογιέφσκης. Τούτο το μοναδικό κείμενο είναι ένα κεφάλαιο μέσα στο βιβλίο του «Τ` Αδέρφια Καραμάζωφ», κι αυτό το κεφάλαιο έχει για επανώγραμμα «Ο Μέγας Ιεροεξεταστής». Ο Ντοστογιέφσκης, μ` όλο που είναι ένα φιλοσοφικό πνεύμα, ωστόσο στον «Μέγαν Ιεροεξεταστήν» αισθάνεται και γράφει σαν Ορθόδοξος, που ξέρει καλά ποιος είναι ο αληθινός Χριστός κι η διδασκαλία του.
Στον «Μεγάλο Ιεροεξεταστή» βάζει τον Χριστό αντιμέτωπο με τον ψεύτικο αντιπρόσωπό του στη γη, με τον Ιησουίτη Ιεροεξεταστή, το φοβερό τέρας, που έκαιγε τους «αιρετικούς» στ` όνομα του Χριστού, ένα πράγμα απίστευτο κι ακατανόητο. Είναι τρομερό να σκεφθεί κανένας τι μπορεί να κάνει ο διάβολος, για να διαφημίσει τον Χριστό, αφού φτάνει στο σημείο να φαίνεται ο σατανάς πως είναι ο ίδιος ο Χριστός!
Σ` αυτό το παράδοξο κείμενο του Ντοστογιέφσκη, ο Ιεροεξεταστής κάνει μια μακριά εξομολόγηση στον Χριστό, που δεν βγάζει μήτε μια λέξη από το στόμα του, για να δώσει απάντηση στα ερωτήματα του ιεροδικαστή, και για τούτο αποκρίνεται ο ίδιος σε όσα ερωτά. Με άλλα λόγια, όσα λέγει είναι ένας καταθλιπτικός μονόλογος, που βγαίνει από το στόμα κάποιου πλάσματος, που θαρρείς πως ανέβηκε από την κόλαση.
Ο Ιεροεξεταστής καταδίκασε κάποιους «αιρετικούς» σε θάνατο με τη φωτιά κι αφού έγινε θανάτωση στη μεγάλη πλατεία μιας σπανιόλικης πολιτείας, γύρισε πίσω στο κελλί του, που βρισκότανε στο κτίριο του «Ιερού Δικαστηρίου», ικανοποιημένος πως έκανε το χρέος του, κατά το σύστημα που υπηρετούσε μ` έναν φρικτόν φανατισμό. Το σύστημά του ήτανε ένας Χριστιανισμός όχι όπως τον δίδαξε ο Χριστός, αλλά παραμορφωμένος κι αγνώριστος ολότελα, μέχρι που να μοιάζει με θρησκεία του αντιχρίστου, κι αυτό έγινε για να μπορούνε οι άνθρωποι να τον δεχτούνε, επειδή εκείνα που παραγγέλνει και που ζητά ο Χριστός από τους πιστούς του είναι, κατά τη γνώμη του Ιεροεξεταστή και των ομοίων του, απόλυτα κι ανεφάρμοστα, υπεράνθρωπα κι απάνθρωπα. Δηλαδή, ο Χριστιανισμός έγινε ένα σύστημα σαν τα άλλα ανθρώπινα συστήματα, μια κοσμική εξουσία που έχει στην εξουσία της τους πιστούς της και που τους διοικεί, τους κρίνει και τους καταδικάζει, όπως η πολιτική εξουσία. Από τον Χριστό κράτησε μοναχά το προσωπείο, κι ό,τι κάνει, λέγει πως το κάνει στο όνομα του Χριστού, ενώ το κάνει στο όνομα του σατανά. Για τούτο ο Ιεροεξεταστής ολοένα αναφέρει τον διάβολο με σεβασμό και τον ονομάζει «Αυτός», «το Μέγα και Σοφό Πνεύμα», «το Σοφό και Ισχυρό Πνεύμα».
Αλλά αναπάντεχα, ενώ ο Ιεροεξεταστής ήτανε ικανοποιημένος που έκαψε τους αιρετικούς, υπηρετώντας το σύστημα της Παπικής Εκκλησίας, αναπάντεχα φανερώνεται ο Χριστός μέσα στον δρόμο κι ο κόσμος τρέχει από πίσω του, κλαίγοντας από συγκίνηση. Με όλο που δεν λέγει ποιος είναι κι ούτε βγάζει μιλιά από το στόμα του, ωστόσο όλοι καταλάβανε πως ήτανε ο Χριστός. Τρέξανε λοιπόν και του πήγανε τους αρρώστους τους κι Εκείνος τους θεράπευε, ανάστησε μάλιστα κι ένα πεθαμένο παιδάκι, μπροστά στην εκκλησία της Σεβίλλιας, εκεί που καίγανε τους «αιρετικούς» στ` όνομά του.
Εκείνη τη στιγμή πέρασε από κει ο Ιεροεξεταστής, ψηλός, κοκκαλιάρης, καραμουντζωμένος και κατσουφιασμένος, ίδιος σκιάχτρο, με βαθουλωμένα μάτια, που βγάζανε σπίθες, γέρος ενενήντα χρονών. Μόλις είδε το Χριστό και το θαύμα που έκανε, έδωσε διαταγή στην «αγία φρουρά» που τον φύλαγε, να τον πιάσουνε.
Πιάσανε λοιπόν τον Χριστό κι ο λαός, που λίγο πριν έκανε σαν τρελός από τη χαρά του για τον Χριστό, άνοιξε δρόμο, ταπεινά και υπάκουα, για να περάσουνε οι στρατιώτες με τον κατάδικο τον Χριστό κι όλοι σκύψανε ως τη γη μπροστά στον Ιεροεξεταστή. Και κείνος βλόγησε σιωπηλά τον λαό και γύρισε στο διαμέρισμά του, όπως είπαμε στην αρχή.
Αυτή τη διήγηση την παρουσιάζει ο Ντοστογιέφσκης σαν λογοτεχνικό έργο του Ιβάν Καραμάζωφ, που ήτανε ένας από τους γιους του γέρου Καραμάζωφ, σπουδασμένος στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία. Και το διαβάζει στον μικρότερο αδελφό του, τον Αλιόσα, που είχε γίνει καλόγερος, υποτακτικός σ` έναν άγιο γέροντα ξομολόγο, έναν «στάρετς», όπως τους λέγουνε στα ρωσικά.
Ο Αλιόσας κάθε τόσο διακόπτει τον Ιβάν που διαβάζει και κάνει κάποιες παρατηρήσεις. Αυτές δεν τις βάζω στο κείμενο του Ντοστογιέφσκη, που δίνω παρακάτω, για να μην κόβεται  ο μονόλογος του Ιεροεξεταστή.
Πρέπει να σημειώσω πως αυτό το κείμενο δεν το αφήνω όπως είναι γραμμένο από τον συγγραφέα, αλλά το άλλαξα κάμποσο, σε πολλά το άλλαξα πολύ, σε άλλα μέρη το συντόμεψα και σε άλλα μέρη προσπάθησα να το κάνω πιο απλοποιημένο, ώστε να το καταλάβει ο αναγνώστης καλύτερα. Το ύφος του Ντοστιγιέφσκη, επειδή είναι νευρικό, ακατάστατο και συχνά έχει κάποια βορεινή αοριστία, το άλλαξα, κάνοντάς το πιο ήσυχο, πιο καθαρό και πιο απλό, για να νοιώσει ο αναγνώστης τα δύσκολα και βαθιά νοήματα πιο εύκολα. Κάπου κάπου έβαλα και κάποια λόγια του Χριστού από το Ευαγγέλιο, που δεν τα έχει ο Ρώσος συγγραφέας, για να γίνουν οι ιδέες του πιο χειροπιαστές, καθώς και μερικά εξηγητικά λόγια και υποσημειώσεις.
Η βάση, που απάνω της είναι γραμμένος «ο  Μέγας Ιεροεξεταστής», είναι με απλά λόγια τούτη: Πως ο παπισμός είναι ένα σύστημα φοβερό, βγαλμένο από την αμαρτωλή και πονηρή διάνοια του ανθρώπου, που θέλει να εξουσιάζει απάνω στους ανθρώπους και να τους κάνει υποτακτικούς του, χωρίς αγάπη, χωρίς πίστη, χωρίς τίποτα χριστιανικό, αλλά γεμάτο από το πνεύμα του διαβόλου, που λέγει όμως πονηρά πως η εξουσία του προέρχεται από τον Χριστό κι πως ό,τι κάνει το κάνει εν τω ονόματί Του. Αυτή η σατανική υποκρισία είναι το μυστικό αυτού του συστήματος, που το κρύβουνε καλά οι ιερωμένοι του. Αλλά ένας από αυτούς, ο Μέγας Ιεροεξεταστής, από την οργή που ένοιωσε, σαν είδε τον Χριστό να έρχεται πάλι σε τούτον τον κόσμο, για να χαλάσει το «μεγάλο» έργο που έγινε μεν στ` όνομά του , χωρίς όμως να έχει σχέση μ` αυτό το έργο ό ίδιος ο Χριστός, από την παραφορά του λοιπόν το φανερώνει, φωνάζοντας στον Χριστό: «Εμείς δεχθήκαμε το ξίφος του Καίσαρα, που δεν θέλησες να το πάρεις Εσύ, κι έτσι σε πετάξαμε Εσένα κι ακολουθήσαμε Αυτόν», δηλαδή τον διάβολο.
Σήμερα, που γίνονται τόσες συζητήσεις απ` αφορμή της κίνησης που σηκώθηκε άξαφνα για το σμίξιμο του Βατικανού με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κίνηση, που προέρχεται από το πνεύμα του κόσμου τούτου, που ενσαρκώνει ο Παπισμός, κι επειδή οι πολλοί, σχεδόν όλοι, είναι ακατατόπιστοι στα ζητήματα της θρησκείας, και δεν γνωρίζουν τι αντιπροσωπεύει ο Παπισμός και τι αντιπροσωπεύει η Ορθοδοξία, θεώρησα καλό να γράψω μερικά άρθρα σχετικά μ` αυτά τα θέματα, κι ανάμεσα σ` αυτά είναι και τούτο που γράφω απ` αφορμή του «Μεγάλου Ιεροεξεταστή», του Ντοστογιέφσκη.


Β΄

Στον μονόλογο που λέγει ο Μέγας Ιεροεξεταστής μπροστά στο Χριστό, που στέκεται βουβός, γίνεται πολύς λόγος για τους τρεις πειρασμούς του Χριστού. Γι` αυτό, καλό θα είναι να κοιτάξουμε τι λέγει το Ευαγγέλιο γι` αυτούς τους τρεις πειρασμούς. Ας πάρουμε το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο: «Τότε ὁ Ἰησοῦς ἀνήχθη εἰς τὴν ἔρημον ὑπὸ τοῦ Πνεύματος, πειρασθῆναι ὑπὸ τοῦ διαβόλου.  καὶ νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασεν.  Καὶ προσελθὼν αὐτῷ ὁ πειράζων εἶπεν· Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται.  ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε· Γέγραπται, Οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ' ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ.  Τότε παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ,  καὶ λέγει αὐτῷ· Εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι Τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσίν σε, μήποτε προσκόψῃς πρὸς λίθον τὸν πόδα σου.  ἔφη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πάλιν γέγραπται, Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου.  Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν, καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν,  καὶ λέγει αὐτῷ· Ταῦτά σοι πάντα δώσω ἐὰν πεσὼν προσκυνήσῃς μοι.  τότε λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις.  Τότε ἀφίησιν αὐτὸν ὁ διάβολος, καὶ ἰδοὺ ἄγγελοι προσῆλθον καὶ διηκόνουν αὐτῷ».( Ματθ. δ΄1-11)
Λοιπόν, ο Ιεροεξεταστής λέγει στον Χριστό: «Το φοβερό και πονηρό Πνεύμα, το πνεύμα της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής, μίλησε μαζί Σου στην έρημο και γράφηκε στο Ευαγγέλιο πως σε έβαλε σε δοκιμασία. Έτσι δεν είναι; Είναι δυνατόν να ειπωθεί ένα πράγμα πιο αληθινό από το νόημα που έχουνε αυτά τα τρία ερωτήματα που Σου έβαλε και που Εσύ τα πέταξες, και που στα Ευαγγέλια λέγονται πειρασμοί; Αν έγινε ποτέ στη γη ένα αληθινό θαύμα, τρανταχτό σαν κεραυνός, αυτό ήτανε μοναχά εκείνο που έγινε εκείνη την ημέρα, την ημέρα των τριών πειρασμών. Αν συνάζανε όλους τους σοφούς του κόσμου, τους εξουσιαστές, τους αρχιερείς, τους στοχαστές, τους φιλοσόφους, τους ποιητές και τους λέγανε: «Βρείτε και συνθέσετε τρία ερωτήματα, που να `χουνε ανταπόκριση όχι με το άφθαστο ύψος της στιγμής εκείνης, αλλά μέσα σε τρεις φράσεις , σε τρεις λέξεις της ανθρώπινης γλώσσας να κλείνεται ολόκληρη η μελλοντική ιστορία της ανθρωπότητας, πιστεύεις, Εσύ, πως όλη η σοφία του κόσμου μαζεμένη θα μπορούσε να συλλάβει κάποιο πράγμα, που να είναι σε δύναμη και σε βάθος ισάξιο με τα τρία ερωτήματα, που Σου πρότεινε τότε το κραταιό και πονηρό Πνεύμα της ερήμου;… Μέσα σ` αυτά τα τρία ερωτήματα βρίσκεται ολόκληρο το μέλλον κι η ιστορία της ανθρωπότητας σαν προφητεία, και σ` αυτές τις τρεις εικόνες σμίγουνε όλες οι αξεδιάλυτες αντιφάσεις που υπάρχουνε στον κόσμο.
» Εκείνον τον καιρό δεν ήτανε αυτό τόσο ολοφάνερο, επειδή το μέλλον της ανθρωπότητας ήτανε άγνωστο. Σήμερα όμως,  ύστερ` από δεκαπέντε αιώνες, μπορούμε να δούμε πως με αυτά τα τρία ερωτήματα προφητευθήκανε τα πάντα, και πως πόσο αληθινά βγήκανε, που ημείς να μην μπορούμε μήτε να προσθέσουμε μήτε να αφαιρέσουμε τίποτα.
» Κρίνε τώρα μόνος Σου ποιος είχε δίκιο τότε; Εσύ ή Εκείνος που σε ρωτούσε; Θυμήσου το πρώτο ερώτημα. Η έννοιά του ήτανε τούτη: Θέλεις να πας στον κόσμο με αδειανά χέρια και μοναχά με μια αόριστη υπόσχεση για ελευθερία, που οι στενόψυχοι άνθρωποι δεν μπορούνε να την καταλάβουνε καθόλου, μάλιστα την φοβούνται, γιατί γι` αυτούς δεν υπάρχει τίποτα που να είναι πιο ανυπόφορο από την ελευθερία. Βλέπεις όμως τις πέτρες σ` αυτήν την γυμνή και φλογισμένη έρημο; Κάνε τις ψωμιά κι η ανθρωπότητα θα σε ακολουθήσει σαν κοπάδι, γεμάτη ευγνωμοσύνη. Αλλά Εσύ δεν ήθελες να πάρεις από τους ανθρώπους την ελευθερία και δεν παραδέχτηκες αυτό που σου πρότεινε το κραταιό Πνεύμα, επειδή σκέφτηκες τι είδους ελευθερία θα είναι αυτή, που αγοράζεται με ψωμιά και του αποκρίθηκες: «Οὐκ ἐπ' ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ὁ ἄνθρωπος». Αλλά γνωρίζεις πως εν ονόματι αυτού του επίγειου άρτου το πνεύμα της γης θα σηκωθεί κατά πάνω σου και θα σε πολεμήσει και θα σε νικήσει;».
Σημ. Φ.Κ. Αυτόν τον ξεσηκωμό του πνεύματος της γης, δηλαδή της σαρκικής καλοπέρασης, καταπάνω στον Χριστό, τον βλέπουμε σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη εποχή. Από αυτό το πνεύμα προέρχεται και η κίνηση που γίνεται για να ενωθούνε οι λεγόμενοι Χριστιανοί, αφού μάλιστα το διακηρύττουν ότι γίνεται για την επίγεια ευδαιμονία της ανθρωπότητας και την επικροτούνε όλοι οι σαρκικοί άνθρωποι.
Για τους άλλους δυο πειρασμούς, που πρότεινε ο διάβολος στον Χριστό, δηλ. να πέσει από τη σκεπή του ναού, για να τον αρπάξουν οι άγγελοι, καθώς και για τον άλλον: να προσκυνήσει τον σατανά και να πάρει στην εξουσία του τα βασίλεια της γης, μιλά ο Ιεροεξεταστής μέσα στο κείμενο του Ντοστογιέφσκη, που βάζουμε παρακάτω.


Γ΄

Είπαμε λοιπόν πως η «αγία φρουρά» έπιασε τον Χριστό κατά διαταγή του Ιεροεξεταστή. Τον πήγανε και τον κλείσανε σε μια στενή, θολωτή και σκοτεινή φυλακή του Αγίου Δικαστηρίου.
Σαν νύχτωσε, ο Μέγας Ιεροεξεταστής μ` ένα φανάρι στο χέρι ξεκλειδώνει τη σιδερόπορτα και μπαίνει μέσα. Σταματά και κοιτάζει κατάματα τον φυλακωμένο, σαν να τον τρυπά με το σουβλερό μάτι του. Ύστερα βάζει το φανάρι επάνω στο τραπέζι, πλησιάζει τον Χριστό  και του λέγει: «Είσαι Εσύ ο ίδιος;». Δεν παίρνει καμιά απόκριση. Μα κατάλαβε πως είναι ο Χριστός και γι` αυτό τον ρωτά: «Γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις;». Ο Χριστός στέκεται βουβός. Για τούτο, ο Ιεροεξεταστής απαντά ο ίδιος  στα ερωτήματά του.
Λέγει λοιπόν στον Χριστό: «Πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια ήρθες να διδάξεις στους ανθρώπους την ελευθερία. Μα εμείς, αφού τους υποδουλώσαμε, τους κάναμε να πιστεύουν πως είναι ελεύθεροι, αν και φέρανε την ελευθερία τους και την ρίξανε στα πόδια μας.
» Αυτός ο δρόμος είναι ο μόνος που κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Μα Εσύ δεν θέλησες να τον ακολουθήσεις. Ευτυχώς όμως που μας έδωσες την εξουσία «του δεσμείν και λύειν» και κάνουμε εκείνο που Εσύ δεν το έκανες. Τώρα δεν μπορεί να σκέπτεσαι πως μπορείς να μας πάρεις πίσω αυτήν την εξουσία. Λοιπόν, γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις;
» Το Μέγα Πνεύμα σού έβαλε τρία ερωτήματα, τότε που σε πείραξε στην έρημο. Μέσα σ` αυτά τα ερωτήματα βρίσκεται όλη η μέλλουσα ιστορία της οικουμένης και της ανθρωπότητας. Ενώ το κραταιό Πνεύμα σού είπε να το προσκυνήσεις, για να γίνουν «οι λίθοι άρτοι», εσύ του αποκρίθηκες: «Δεν θα ζήσει ο άνθρωπος μονάχα με το ψωμί», δηλ. μόνο με τις υλικές απολαύσεις. Εσύ δηλαδή, αντί αυτή τη χειροπιαστή υλική επιτυχία, τους έδινες μια ελευθερία, που δεν μπορούν να την καταλάβουν οι άνθρωποι, γιατί ο νους τους κι η καρδιά τους είναι περιορισμένα. Η ελευθερία που τους έδωσες είναι γι` αυτούς το πιο ανυπόφορο πράγμα. Ενώ, αν έκανες τις πέτρες ψωμιά, όλη η ανθρωπότητα θα σε ακολουθούσε με ευγνωμοσύνη. Εσύ όμως είπες: «Δεν θα ζήσει με ψωμί μονάχα ο άνθρωπος». Ξέρεις λοιπόν πως εν ονόματι αυτού του επιγείου ψωμιού θα σηκωθεί καταπάνω Σου το Πνεύμα της Γης (του κόσμου); Ξέρεις ακόμα πως η ανθρωπότητα με το στόμα των σοφών της και των διανοουμένων της θα διακηρύξει, ύστερ` από αιώνες πως δεν υπήρξανε μήτε αμαρτίες μήτε εγκλήματα, παρά μονάχα πεινασμένοι άνθρωποι; Εσύ τα ξέρεις αυτά. Η σημαία που θα σηκωθεί κατά πάνω Σου θα γράφει απάνω: «Πρώτα χόρτασέ μας κι ύστερα ζήτα από μας να κάνουμε τον λόγο Σου!». Με αυτή τη σημαία θα γκρεμίσουν τον ναό Σου και στη θέση του θα χτίσουνε ένα φοβερό πύργο του Βαβέλ.
» Εμείς όμως θα τους χορτάσουμε και θα τελειώσουμε αυτόν τον πύργο του Βαβέλ. Και θα τους πούμε ψέματα, πως αυτό που κάνουμε, το κάνουμε στο όνομά Σου.
» Εσύ τους υποσχέθηκες «τον ουράνιον άρτον». Μπορεί αυτό το ψωμί να συγκριθεί με το χειροπιαστό ψωμί, με το επίγειο ψωμί; Καλά, τέλος πάντων, για «τον ουράνιο άρτο» θα σε ακολουθήσουν χίλιοι, δέκα χιλιάδες, εκατό χιλιάδες. Αλλά τι θα γίνουνε τα εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια πλάσματα, που δεν θα `χουνε τη δύναμη να περιφρονήσουν το επίγειο ψωμί, για να λάβουν «τον ουράνιον άρτον» Σου; Εμείς θα γίνουμε σωτήρες γι` αυτά τα εκατομμύρια και θα μας θεοποιήσουνε, γιατί εμείς πήραμε απάνω μας την ελευθερία τους. Εμείς όμως θα πούμε πως έχουμε για αρχηγό Εσένα και πως πήραμε την εξουσία από Εσένα. Θα λέμε ψέματα, μα αυτό θα είναι χρέος μας. Να, αυτά είχα να πω για το πρώτο ερώτημα του Πειρασμού, που Σου πρότεινε στην έρημο. Περιφρόνησες το μόνο μέσον, που μ` αυτό θα μπορούσες να κάνεις να σε λατρεύουν όλοι οι άνθρωποι κι όχι μονάχα εκείνοι οι λίγοι (δηλ. εκείνοι που κρατούνε τον αληθινό λόγο του Χριστού. Φ.Κ.). Οι άνθρωποι θέλουν να παραδώσουν την ελευθερία τους σε κάποιον. Κι Εσύ, αντί να πάρεις την ελευθερία τους και να γίνεις εξουσιαστής τους, τους χάρισες ακόμη περισσότερη ελευθερία. Αυτό ξεπερνά τη δύναμή τους και για τούτο Εσύ στάθηκες γι` αυτούς σκληρός και δεν τους αγάπησες, με το να  τους δώσεις την ελευθερία. Γι` αυτό, Εσύ ο ίδιος συνήργησες στο γκρέμισμα της βασιλείας Σου και δεν πρέπει να κατηγοράς κανέναν γι` αυτήν την καταστροφή».


Δ΄

Ο Ιεροεξεταστής εξακολούθησε να μιλά, δίχως να παίρνει απάντηση από τον Χριστό, που στεκότανε μπροστά του. Του μιλά για τον δεύτερο πειρασμό:
«Το πονηρό και ισχυρό Πνεύμα Σου είπε ακόμα να πέσεις από την σκεπή του ναού, για να σε σηκώσουν οι άγγελοι, για να μην πάθεις τίποτα. Μα Εσύ κι αυτό δεν το παραδέχτηκες και του αποκρίθηκες: «Οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου». Και τότε που σε σταυρώσανε και σου φωνάζανε περιπαιχτικά «Κατέβα, αν μπορείς, από τον σταυρό», Εσύ δεν κατέβηκες να τους κάνεις να σέρνουνται μπροστά Σου, γιατί δεν ήθελες να καταργήσεις την ελευθερία τους.
» Γι` αυτό ο προφήτης και μαθητής Σου έγραψε πως είδε στην πρώτη ανάσταση μονάχα δώδεκα χιλιάδες σωσμένους (Αποκάλυψις Ιωάννου ζ΄, 5. Λέγει όμως για δώδεκα χιλιάδες από κάθε φυλή του Ισραήλ Φ.Κ.). Λοιπόν, μοναχά αυτοί οι λίγοι ήτανε εκείνοι που βαστάξανε τον Σταυρό Σου και γινήκανε παιδιά της ελευθερίας Σου, δηλαδή, οι δυνατοί; Κι οι άλλοι; Τι θα γίνουν οι άλλοι; Ήρθες λοιπόν στον κόσμο μοναχά για τους λίγους εκλεκτούς; Μα αυτό είναι ένα μυστήριο, που δεν το καταλαβαίνουμε.
» Λοιπόν, εμείς τελειοποιήσαμε το έργο Σου και κάναμε ένα σύστημα που να μην χάνουνται κι οι αδύνατοι. Ώστε δεν είχαμε δίκιο να κάνουμε όπως κάναμε; (Υποσημ: Οι παπικοί κάνουνε μία θρησκεία βολική, με θεατρινισμούς, με τραγούδια, με φιέστες, με παρδαλά φορέματα, με ζωγραφιές ευχάριστες, κλπ. Φ.Κ.) Δεν αγαπήσαμε εμείς την ανθρωπότητα όπως φερθήκαμε; Γιατί λοιπόν ήρθες να μας το χαλάσεις;
» Όλα όσα Σου λέγω, γνωρίζω πως τα ξέρεις. Λοιπόν, γιατί να σου κρύψω το μυστικό μας; Αλλά, ας σου το πω να τ` ακούσεις από το στόμα μου: «Λοιπόν, δεν είμαστε με Σένα, αλλά μ` αυτόν (τον διάβολο). Από οχτακόσια χρόνια πήγαμε μ` αυτόν». (Υποσημ: Θέλει να πει για το σχίσμα, που χώρισε τον παπισμό από την αποστολική Εκκλησία).
» Από οχτώ αιώνες δεχτήκαμε απ` Αυτόν το τρίτο δώρο που Σου πρόσφερε, δείχνοντάς Σου τα βασίλεια της γης κι Εσύ δεν τα δέχτηκες, τα πέταξες. Η εξουσία είναι τρομερή δύναμη και Σου την πρόσφερε το σοφό Πνεύμα κι Εσύ δεν την πήρες. Εμείς όμως την πήραμε. Ναι. Πήραμε απ` Αυτόν τη Ρώμη και το σπαθί του Καίσαρα κι ανακηρύξαμε τους εαυτούς μας επίγειους αυτοκράτορες, μάλιστα κοσμοκράτορες, αν και το έργο αυτό δεν τελείωσε ακόμα. Και ποιος φταίει γι` αυτό; Το έργο μας βρίσκεται ακόμα στην αρχή, αλλά θα βαστάξει στον αιώνα, ως να πεθάνει η γη. Όπως και να είναι ημείς θα το τελειώσουμε, θα είμαστε Καίσαρες.
» Εσύ όμως θα μπορούσες να αδράξεις το σπαθί του Καίσαρα από τότε που σου το πρόσφερε το τρομερό και σοφό Πνεύμα, πριν από χίλια πεντακόσια χρόνια. Αν είχες ακούσει τη συμβουλή του, θα είχες πραγματοποιήσει όσα ποθούν οι άνθρωποι. Θα είχανε γίνει ένα κοπάδι που θα σκέπαζε τη γη και που θα Σε προσκυνούσε. Γιατί η ανθρωπότητα έχει μέσα της την επιθυμία να γίνει μια παγκόσμια οργάνωση. Οι μεγάλοι κατακτητές, όπως ο Ταμερλάνος κι ο Τζέγκις – Χαν, θελήσανε να υποτάξουνε όλον τον κόσμο, φανερώνοντας έτσι κι αυτοί , χωρίς να το γνωρίζουνε, πως ο πόθος της ανθρωπότητας είναι να κάνει μια παγκόσμια ένωση.
» Αν είχες δεχτεί τότε την εξουσία τούτου του κόσμου και τη χλαμύδα του Καίσαρα, θα είχες τώρα ιδρύσει ένα παγκόσμιο κράτος και θα είχες χαρίσει την ειρήνη σ` όλον τον κόσμο. Γιατί, ποιος άλλος μπορεί να κυριαρχήσει απάνω στους ανθρώπους, παρά εκείνος που εξουσιάζει τα ψωμιά τους, «τους άρτους τους»; Εσύ όμως έλεγες: «Ἡ βασιλεία ἡ ἐμὴ οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου». Αλλά εμείς δεχτήκαμε το σπαθί του Καίσαρα κι έτσι Σε πετάξαμε Εσένα κι ακολουθήσαμε Αυτόν, το μέγα και κραταιό Πνεύμα.
» Οι άνθρωποι δεν θα μπορέσουνε να τελειώσουνε τον πύργο του Βαβέλ που αρχίσανε να χτίζουνε, αν δεν αναλάβουμε εμείς, αλλιώς θα φαγώνουνται μεταξύ τους. Και σαν αναλάβουμε εμείς, τότε θα ανατείλει για τους ανθρώπους το κράτος της ειρήνης και της ευδαιμονίας.
» Εσύ είσαι υπερήφανος για τους λίγους που θα έχεις («το μικρόν ποίμνιον», που είχε πει ο Χριστός Φ.Κ.), ενώ εμείς θα χαρίσουμε την ειρήνη και την ευτυχία σε όλη την ανθρωπότητα. Ποιος ξέρει αν και αυτοί οι διαλεχτοί Σου δεν θα βαρεθούν να Σε περιμένουνε κι αν στο τέλος δεν σηκωθούνε κι αυτοί καταπάνω Σου! Έννοια Σου. Θα τους πείσουμε πως θα είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι, αν αφοσιωθούν σε μας. Θα συρθούνε μπροστά μας και θα κράζουνε: «Είχατε δίκιο΄ μοναχά εσείς γνωρίζετε το μυστικό του Μεγάλου Πνεύματος!». Θα δούνε πως εμείς μπορεί να μην κάνουμε ψωμί τις πέτρες, αλλά θα το παίρνουνε από τα χέρια μας και θα θυμούνται πως πριν και το ψωμί στα χέρια τους γινότανε πέτρες.
» Εσύ μπόδισες τους ανθρώπους νά `ρθουνε  σε μας. Εσύ κομμάτιασες το κοπάδι και το έκανες να σκορπίσει σε άγνωστους δρόμους. Αλλά θα μαζευτεί πάλι και θα γίνει υπάκουο σε μας. Κι αυτή τη φορά στους αιώνες των αιώνων.
» Θα τους χαρίσουμε εμείς μια ευτυχία ταπεινή και ήσυχη, που είναι για αδύναμα πλάσματα, όπως είναι αυτοί οι άνθρωποι. Θα τους διδάξουμε την ταπείνωση, επειδή Εσύ τους σήκωσες πολύ ψηλά και περηφανευτήκανε. («ἐγὼ εἶπα, θεοί ἐστε» Ιωάν. Ι΄, 35 Φ.Κ.). Εμείς θα τους δώσουμε να καταλάβουνε πως είναι αδύνατα και φοβιτσιάρικα ανθρωπάρια.
» Θα μας θαυμάζουνε και θα είναι περήφανοι για μας, που είμαστε τόσο δυνατοί και τετραπέρατοι και γιατί μπορέσαμε και δαμάσαμε ένα κοπάδι τόσο μεγάλο με εκατομμύρια κεφάλια, που θα σκύβουν μπροστά μας. (Οι παπικοί καυχιούνται και περηφανεύονται γιατί είναι εκατομμύρια οι οπαδοί τους. Φ.Κ.). Θα τρέμουνε τον θυμό μας. Μα θα μας αγαπούνε κιόλας, γιατί θα τους δίνουμε συγχώρεση αμαρτιών, επειδή θα τους πούμε πως εμείς έχουμε τη δύναμη να σβήνουμε τις αμαρτίες τους και πως μπορούνε να κάνουνε αμαρτίες  και πως τις συγχωρούμε από αγάπη.
» Όλα όσα λέγω θα γίνουνε και το βασίλειό μας θα στεριωθεί απάνω σε γερά θεμέλια. Αύριο θα δεις αυτό το κοπάδι, που είναι υπάκουο σε κάθε χειρονομία μου, να πλημμυρίσει το μέρος που θα προστάξω να σε κάψουνε και να συνδαυλίζει τη φωτιά. Γιατί, αν υπάρχει ένας που είναι άξιος να καεί, αυτός είσαι Εσύ! Αύριο θα σε κάψω».
Εδώ τελειώνει αυτός ο βασανιστικός μονόλογος κι η καταχθόνια αυτή ιστορία. Μια ιστορία βιβλική που, όπως είπαμε, την είχε γράψει ο Ιβάν Καραμάζωφ και τη διάβαζε στον αδελφό του Αλιόσα, τον καλόγερο, τον φανατισμένο Ορθόδοξο. Ο Αλιόσας κάθε τόσο έκοβε στη μέση τον Ιβάν, για να του κάνει κάποια παρατήρηση. Ανάμεσα σε άλλα είπε και τα παρακάτω:
«Οι Ιησουίτες είναι ο ρωμαϊκός στρατός για το μελλοντικό επίγειο κράτος, με έναν Καίσαρα επί κεφαλής, τον Πάπα, τον αυτοκράτορα. Σκοπός τους είναι το ν` αποχτήσουνε δύναμη και πρόστυχα επίγεια πλούτη. Αυτός είναι όλος όλος ο σκοπός τους. Σε Θεό φαίνεται πως δεν πιστεύουν. Το μεγαλύτερο μυστικό τους , που θα κρύβουνε καλά, είνα η αθεΐα τους. Ο Ιεροεξεταστής σου, Ιβάν, δεν πιστεύει σε Θεό. Αυτό είναι όλο το μυστήριό του».
 

Πηγή: (Άρθρο το οποίο δημοσιεύτηκε αρχικά στην «Ελευθερία» το 1965, λίγο πριν από το θάνατο του Φωτίου), (ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΑ, Έκδ. Ορθόδοξος Τύπος), Ακτίνες (Α' μέρος, Β' μέρος), Τράπεζα Ιδεών