Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

Ἡ ἔννοια τοῦ χρόνου μέσα στὴν Ἐκκλησία


Πανιερώτατου Μητροπολίτου Λεμεσοὺ κ. Ἀθανασίου

Εἶναι συνήθεια στοὺς ἀνθρώπους νὰ γιορτάζουν τὸ τέλος τοῦ χρόνου καὶ τὴν ἔναρξη τοῦ ἑπόμενου καὶ νὰ γίνονται διάφορες ἑορταστικὲς ἐκδηλώσεις.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὠφέλιμα γιατί στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι καλὸ νὰ ὑπάρχουν αὐτὲς οἱ ἐκδηλώσεις ὥστε νὰ μὴν ὑπάρχει μονοτονία στὴ σημερινὴ ζωή.

Ὡστόσο ἐμεῖς, ὡς μέλη τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ βλέπουμε τὰ πράγματα ἀκριβῶς μέσα στὸ πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ νὰ δοῦμε πὼς ἡ Ἐκκλησία ἀποδέχεται καὶ προσλαμβάνει αὐτὸ τὸ γεγονὸς τοῦ χρόνου.

Θὰ ἔπρεπε βέβαια, ἂν βλέπαμε τὰ πράγματα μέσα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη λογικὴ μόνο καὶ ἂν βλέπαμε τὴ ζωὴ μᾶς μέσα στὰ περιθώρια αὐτοῦ του κόσμου καὶ τοῦ παρόντος αἰῶνος, ὅταν περνᾶ ἕνας χρόνος νὰ εἴμαστε θλιμμένοι γιατί ὁ κάθε χρόνος ποὺ περνᾶ κατεργάζεται πάνω μας τὸ μυστήριο τῆς φθορᾶς μας καὶ τοῦ θανάτου μας, ἀφοῦ εἴμαστε θνητὰ ὄντα καὶ ὁ χρόνος μᾶς εἶναι περιορισμένος.

Ἔτσι ὅταν χάνουμε χρόνο τότε γιὰ μᾶς αὐτὸ τὸ γεγονὸς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τόσο χαρούμενο ἀλλὰ ἕνα γεγονὸς θλιβερό.

Ὅμως μέσα στὴν Ἐκκλησία συμβαίνει κάτι τὸ παράδοξο. Ὅπως εἶπε ὁ Χριστὸς

«Ἐγὼ εἶμαι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος, τὸ Α καὶ τὸ Ὤ», δηλαδὴ εἶναι τὸ ἴδιο πρόσωπο αὐτὸς ποὺ ἦρθε καὶ αὐτὸς ποὺ θὰ ἔρθει, ἔτσι καὶ στὴν Ἐκκλησία γιορτάζουμε τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου καὶ ταυτόχρονα γιορτάζουμε τὴν ἔλευση τοῦ νέου χρόνου. Ἀκόμη καὶ μέσα στὰ ἁπλὰ λειτουργικὰ πλαίσια τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅπως στὴν ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ, ὅταν δύει ὁ ἥλιος μαζευόμαστε στὸ ναὸ καὶ ὑμνοῦμε καὶ εὐχαριστοῦμε τὸ Θεὸ διηγούμενοι τὰ μεγαλεῖα του Θεοῦ καὶ πὼς ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο ἐκ τοῦ μηδενὸς μὲ τόση σοφία καὶ μεγαλοπρέπεια γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ τὴν ἴδια ὥρα ποὺ εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴ δύση τοῦ ἥλιου ταυτόχρονα δοξολογοῦμε καὶ τὸ Θεὸ διότι δεχόμαστε καὶ τὴν ἀνατολὴ τῆς νέας ἡμέρας ἐφόσον γιορτάζουμε πλέον τὴν ἔναρξη τῆς ἑπόμενης. Μὲ τὸ τροπάριο τοῦ ἑσπερινοῦ «Φῶς ἱλαρὸν ἅγιας δόξης, ἀθανάτου Πατρός, οὐρανίου, ἁγίου, μάκαρος, Ἰησοῦ Χριστέ. Ἐλθόντες ἐπὶ τὴν ἡλίου δύσιν, ἰδόντες φῶς ἑσπερινόν, ὑμνοῦμεν Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα Θεόν…» οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας βιώνουμε ὄχι μόνο τὴν ἁπλὴ ὡρολογιακὴ δύση τῆς ἡμέρας ἀλλὰ ταυτόχρονα βλέπουμε καὶ προσδοκοῦμε καὶ βιώνουμε τὴν παρουσία τοῦ ἱλαροῦ φωτὸς τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στὴ ζωή μας. Δὲν μᾶς ἀφήνει δηλαδὴ ἡ Ἐκκλησία νὰ ζήσουμε αὐτὴ τὴν κατάθλιψη τῆς ἀπώλειας μίας μέρας ἀφοῦ ταυτόχρονά μας δίνει τὴν παρηγοριὰ τῆς παρουσίας τοῦ Φωτὸς τῆς Ἁγίας Τριάδος.

Ὅλη ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς εἶναι μιὰ ταυτόχρονη παρουσία δυὸ ἀντιθέτων φαινομενικὰ πραγμάτων. Ἐκεῖ ποὺ πεθαίνει κανεὶς βρίσκει τὴν ἀνάσταση καὶ τὴ ζωή, ἐκεῖ ποὺ στερεῖται βρίσκει πλοῦτο, ἐκεῖ ποὺ ἀγρυπνᾶ βρίσκει πιὸ μεγάλη ξεκούραση, ἐκεῖ ποὺ νηστεύει βρίσκει τὴν πιὸ μεγάλη εὐχαρίστηση, ἐκεῖ ποὺ πτωχαίνει γιὰ τὸ Χριστὸ γίνεται πλούσιος, ὅπου ὑπάρχει ὁ Χριστὸς τὸ σκότος γίνεται φῶς καὶ ἡ κόλαση παράδεισος. Μποροῦμε νὰ παρομοιάσουμε καὶ τὴ ζωὴ μᾶς μέσα σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο σὰν ἕνα ταξίδι. Λέει ἕνας Ἅγιος «νὰ ξέρεις ὅτι σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶσαι ἕνας διαβάτης, ἕνας περαστικὸς καὶ ὄχι ἕνα πολίτης» καὶ γνωρίζοντας ὅτι δὲν εἶσαι μόνιμος σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο τότε θὰ μπορέσεις νὰ καταλάβεις πὼς θὰ ἀξιοποιήσεις τὰ γεγονότα τοῦ παρόντος κόσμου.

Αὐτὰ δὲν εἶναι γιὰ νὰ μᾶς πιάνει ἡ κατάθλιψη, αὐτὸ τὸ γεγονὸς ποὺ ἐξελίσσεται σὲ ψυχικὴ νόσο, ἀλλὰ ξεκινᾶ πολλὲς φορὲς ἀπὸ πνευματικὲς αἰτίες, ὅτι δηλαδὴ ὅλα γύρω μας μᾶς φαίνονται μαῦρα, τὰ πάντα γύρω μας μυρίζουν θάνατο καὶ μοιάζουν σὰν νὰ μὴν ἔχουν νόημα. Καὶ αὐτὸ φαίνεται ἔντονα στοὺς νέους, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐχαριστιοῦνται μὲ τίποτα καὶ δὲν προσδοκοῦν τίποτα.

Ἡ πραγματικότητα τοῦ σύγχρονου κόσμου εἶναι θλιβερή. Ἀπὸ παντοῦ βομβαρδιζόμαστε μὲ εἰδήσεις οἱ ὁποῖες εἶναι καταθλιπτικὲς καὶ αὐτὸ ἐπιδρᾶ ἄσχημα στὴν ψυχολογία μᾶς ἔστω καὶ ὑποσυνείδητα καὶ μᾶς καλλιεργεῖ τὸ φόβο γιὰ τὴν πορεία μᾶς μέσα στὸ χρόνο τοῦ κόσμου τούτου. Βέβαια βρίσκουμε τρόπο νὰ ξεχνιόμαστε καὶ νὰ ξεγελοῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὅμως στὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας δὲν εἶναι εὔκολο νὰ εἰσχωρήσουμε καὶ νὰ ἀλλάξουμε τὰ γεγονότα. Ἀκόμη ξέρουμε πὼς βαδίζουμε πρὸς τὸ τέλος καὶ τὸ τέλος εἶναι γιὰ ὅλους μας κάτι φοβερό. Γιὰ τὴν ἐκκλησία ὅμως τὸ τέλος δὲν εἶναι καθόλου φοβερὸ ἀλλὰ εἶναι ἄκρως χαρούμενο καὶ αἰσιόδοξο γιατί στὸ τέλος τοῦ χρόνου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Κι ὅταν ἐμεῖς ποὺ ταξιδεύουμε μέσα σ’αὐτὸ τὸ χρόνο μὲ τὶς ποικίλες τρικυμίες βλέπουμε στὸ τέλος τοῦ χρόνου καὶ τοῦ δικοῦ μας χρόνου ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρού του κόσμου τὸν ἴδιο το Χριστό, τότε λαμβάνει τὸ τέλος γιὰ μᾶς μιὰ μεγάλη ὠφέλεια καὶ χαρά.

Ὅταν κανεὶς στὸ τέλος τοῦ χρόνου δὲν βλέπει τὸ χάος, ἀλλὰ τὸν Κύριό μας τότε τὰ πάντα μεταμορφώνονται. Καὶ εἶναι πολὺ σπουδαῖο το γεγονὸς ὅτι ἡ Ἐκκλησία βλέπει τὴν πορεία τῆς ἀκριβῶς μέσα στὸ χρόνο σὰν ἕνα εὐχάριστο ταξίδι τὸ ὁποῖο εἶναι μὲν ἐπικίνδυνο καὶ πολύπλοκο, ἀλλὰ ἀποβλέποντας στὸ τέλος, λαμβάνει μεγάλη αἰσιοδοξία, ἀφοῦ κανένα ἐμπόδιο δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ μᾶς σταματήσει. Στὸ Σύμβολο τῆς πίστεως λέμε «Προσδοκῶ Ἀνάστασιν νεκρῶν» δὲν λέμε πιστεύω στὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ τὴν περιμένουμε μὲ λαχτάρα γιατί εἶναι ἕνα γεγονὸς ἄκρως αἰσιόδοξο καὶ εὐχάριστο, δηλαδὴ ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο εἶναι τὸ τέλος τῆς Ἱστορίας. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν καταργεῖ τὴν Ἐκκλησία οὔτε ἐκμηδενίζει τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ κατεξοχὴν μᾶς ὁλοκληρώνει γιατί ἡ παρουσία τοῦ Χριστοῦ στὰ ἔσχατά του χρόνου ἀποτελεῖ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τὴν ἀπαρχὴ τῆς αἰωνίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ σ’αὐτὸ τὸν κόσμο.

Ὅταν τελοῦμε τὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας ἀρχίζουμε εὐλογοῦντες τὴ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Αὐτόματα σὰν νὰ βρισκόμαστε σ’ἕνα ἄλλο πνευματικὸ χῶρο, σὲ μιὰ καινούρια κτήση, ὅπου τα πάντα παύουν. Ὅπως λέμε καὶ στὸ Χερουβικὸ ὕμνο «πάσαν τὴν βιοτικὴν ἀποθώμεθα μέριμναν», διότι βρισκόμαστε ἐνώπιόν της Ἁγίας Τριάδος καὶ εἰκονίζουμε τὰ Χερουβεὶμ καὶ τὰ Σεραφεὶμ καὶ τὶς οὐράνιες δυνάμεις καὶ μέσα στὸ χῶρο ὅπου ἐκφράζεται ἡ Ἐκκλησία ποὺ εἶναι κατεξοχὴν τὸ Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας: Ἐκεῖ δὲν μπορεῖ νὰ μπεῖ τίποτα ἀφοῦ τὰ πάντα καταργοῦνται καὶ ὁ χρόνος καὶ ὁ χῶρος καὶ οἱ περιστάσεις ἐκμηδενίζονται καὶ παραμένει μόνο ἡ παρουσία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἕνας μοναχὸς ἀρχάριος τὴν περίοδο τῶν πνευματικῶν ἀγώνων τὸν ἔπνιγαν οἱ λογισμοί, κυρίως στὴν ψυχικὴ σφαίρα, δηλαδὴ ἡ ψυχὴ τοῦ δεχόταν τὸν πνιγμὸ τῶν δαιμονικῶν προσβολῶν καὶ ἔτσι ἡ ζωὴ στὸ μοναστήρι τοῦ φαινόταν καταθλιπτική, δύσκολη καὶ δὲν ὑπῆρχε διέξοδος ἀφοῦ τὰ πάντα ἦταν σκοτεινὰ μπροστά του, ἡ ψυχική του διάθεση βρισκόταν σ’ἕνα πνευματικὸ σκοτάδι καὶ μέσα σ’αὐτὸ τὸ σκοτάδι προσπαθοῦσε νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ βρεῖ μία ἄκρη. Τότε ἦταν ἡ ἀκολουθία τοῦ ἑσπερινοῦ. Ἔτσι ὅπως ἀπεγνωσμένα πάλευε μέσα σ’αὐτὴ τὴ θάλασσα τῶν λογισμῶν καὶ πρόφερε τὴν εὐχὴ τότε ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μία ἔμπειρια διὰ τῆς θείας χάριτος. Τότε ἀκούγοντας τὸν ἱερέα νὰ ἀρχίζει τὸν ἑσπερινὸ λέγοντας «εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἤμων πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων» τότε αὐτὴ ἡ φράση γι’αὐτὸν ἦταν μία ἀποκάλυψη διότι διὰ τῆς θείας χάριτος ὁ ἄνθρωπος γεύεται τὴν πείρα τῆς αἰωνιότητος. Κατάλαβε διὰ τῆς ἐμπειρίας ὅτι ὁ ἄνθρωπος εὑρισκόμενος σὲ σχέση μὲ τὸ Θεὸ καὶ εὐλογώντας τὸ Θεὸ ἐπεκτείνεται εἰς τοὺς αἰῶνες, γίνεται ἄπειρος καὶ αὐτὸς ὅπως ὁ Θεός. Καὶ κάθε φράση ποὺ λέει, κάθε πράξη ποὺ κάνει καὶ μόνο ἡ στάση του καὶ ἡ παραμονὴ τοῦ σ’ αὐτὸ τὸ χῶρο τὸν πνευματικὸ ἐπεκτείνεται στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων γιατί ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Θεό. Ἔτσι βγῆκε ἀπὸ τὴ σκοτεινὴ ἀτμόσφαιρα ποὺ βρισκόταν σ’ἕνα πνευματικὸ φῶς καὶ κατάλαβε ὅτι τὰ ὅρια τῆς ὑπάρξεως τοῦ εἶναι ἴσα μὲ τὰ ὅρια τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ κατὰ χάρη. Μία αἰσιοδοξία κατέλαβε τὴ ψυχὴ τοῦ γιατί κατάλαβε τὴν αἴσθηση τῆς νίκης τοῦ χρόνου. Ἡ Ἐκκλησία δὲν νικᾶται ἀπὸ τὰ γεγονότα τοῦ κόσμου αὐτοῦ καὶ δὲν φοβᾶται ὅτι καὶ ἂν συμβαίνει, ὄχι γιατί ἔχει κοσμικὴ δύναμη ἀφοῦ δὲν πρέπει νὰ στηρίζεται ἡ νὰ ταυτίζεται μὲ τὴν κοσμικὴ ἐξουσία ἀφοῦ πρέπει νὰ πορεύεται κατὰ μίμηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἑπομένως δὲν θέλει τὴν κοσμικὴ φαντασία ἀλλὰ θέλει αὐτὴ τὴν παρουσία τοῦ γεγονότος τοῦ Χριστοῦ μέσα της. Αὐτὸ εἶναι ποὺ καθιστᾶ τὴν Ἐκκλησία ἀήττητη, διότι πορεύεται διὰ τοῦ δρόμου τοῦ Χριστοῦ καὶ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἔτσι κι ἐμεῖς, ζῶντες μέσα στὴν Ἐκκλησία μεγαλώνουμε, προχωροῦμε, τελειοποιούμεθα καὶ ἔρχεται ὥρα ποὺ ἡ μητέρα Ἐκκλησία μᾶς γεννᾶ σ’ἕνα θεῖο τοκετὸ καὶ μᾶς παραδίδει στὰ χέρια τοῦ Βασιλέως Χριστοῦ.

Ἐπειδὴ κόσμος γιὰ τοὺς πατέρες εἶναι τὸ σαρκικὸ φρόνημα, τὰ πάθη καὶ οἱ ἁμαρτίες, ἔτσι οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι κόσμος ἀκόμη κι ἂν ζοῦν σ’αὐτόν, εἶναι οἱ ἄνθρωποι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς ἀπέθανε. Ἑπομένως ἐπειδὴ εἴμαστε τέκνα τοῦ Θεοῦ, καὶ τῆς Ἐκκλησίας, πρέπει νὰ λέμε τὰ πράγματα ὡς ἔχουν καὶ εἴμαστε ἄφρονες ὅταν πιστεύουμε πὼς θὰ ζήσουμε ἐδῶ αἰώνια. Βέβαια ἡ Ἐκκλησία δὲν μᾶς βουλιάζει στὴν ἀπελπισία ἀλλὰ μᾶς βγάζει πιὸ πάνω ἀπὸ ὅ,τι εἴμαστε προηγουμένως. Μᾶς διδάσκει πὼς ἐμεῖς δὲν εἴμαστε πλασμένοι γι’αὐτὸ τὸν κόσμο, ἀλλὰ ὑπάρχει ἕνας ἄλλος τοῦ ὁποίου εἴμαστε πολίτες. Εἶναι μία ἀπάτη νὰ ξεγελιόμαστε ἀπὸ τὰ ὡραῖα ποὺ βλέπουμε γύρω μας καὶ νὰ ξεχνοῦμε ὅτι ὑπάρχει κάτι πιὸ ὡραῖο καὶ οὐσιαστικὸ ἀπὸ τὰ ὡραῖα του παρόντος κόσμου. Γιατί ἂν μείνουμε στὸν ἐπίγειο αὐτὸ κόσμο κλείνουμε τὸν ἑαυτὸ μᾶς σ’ἕνα πνευματικὸ θάνατο, ἐνῶ ἂν βγοῦμε ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ παρόντος τότε μποροῦμε νὰ ἀναπνέουμε τὸ ὀξυγόνο τῆς οὐράνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Χριστὸς μᾶς ἀπηύθυνε τὸ λόγο τοῦ σ’ἕνα σύγχρονο Ἅγιο, τὸν Ἅγιο Σιλουανό: «κράτα τὸ νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι» Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, ἰδιαίτερα σήμερα. Δηλαδὴ κράτα τὸν ἑαυτό σου μέσα στὸν Ἅδη, μὴ φοβᾶσαι τὸν Ἅδη, ασε τὸν ἑαυτό σου ἐκεῖ γιατί ἐκεῖ εἶναι τὸ ὅριο, εἶναι τὸ ἔσχατο ὅριο τῆς ἀπώλειας, τῆς ἀβύσσου. Κράτησε ὅμως μόνο ἕνα σχοινί, μὴν ἀπελπίζεσαι, νὰ ἔχεις τὴν ἐλπίδα σου στὸ Χριστό. Ἔτσι λοιπὸν ἡ πορεία μας, ἡ ζωή μας, ὁ κόπος στὴ ζωή μας μὲ τὶς θλίψεις παίρνει ἐνίσχυση ἀπὸ τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Καὶ τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου, τὸ πέρασμα τῶν ἡμερῶν, τὸ τελείωμα τῆς ζωῆς μας καὶ τοῦ χρόνου μας καὶ ἡ ἔναρξη τοῦ ἄλλου χρόνου φορτίζεται μόνο μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεό. Τὸ «μὴν ἀπελπίζεσαι, ἀλλὰ νὰ ἔχεις τὴν ἐλπίδα σου σὲ Μένα» σημαίνει, μὴ φοβᾶσαι γιατί ἐγὼ νίκησα τὸ χρόνο καὶ μαζὶ μὲ τὸ χρόνο νίκησα καὶ τὶς περιστάσεις τοῦ χρόνου, νίκησα καὶ τὰ γεγονότα τοῦ χρόνου καὶ ὁτιδήποτε ὑπῆρξε σ’αὐτὸ τὸ χρόνο» διότι ὅλα αὐτὰ εἶναι μὴ μένοντα. Ὅλα ἐκμηδενίζονται ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔρθει στὸ χῶρο τῆς αἰωνίου Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Οἱ Ἅγιοι, ἔζησαν καὶ ζοῦν τὴν ἐμπειρία αὐτὴ καὶ ξέρουν ὅτι τὸ νὰ ἀκολουθεῖ κανεὶς τὸν Χριστὸ σημαίνει αὐτὴ τὴ μαρτυρικὴ ὁδὸ διὰ μέσου του Σταυροῦ, καὶ τοῦ θανάτου στὸν παρόντα κόσμο καὶ ὄχι σὲ φανταστικοὺς κόσμους καὶ ἐν συνέχεια στὴ μετοχὴ τοὺς αἰώνια πλέον στὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Πηγή: (ἀπόσπασμα ἀπομαγνητοφωνημένης ὁμιλίας), περιοδικὸ «Παράκληση», Ἡσυχαστήριο Ἁγίας Τριάδος