Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2016

Τρεῖς μέ­ρες ἔ­χεις στή δι­ά­θε­σή σου. Σκέ­ψου κα­λά.


Αρχιμανδρίτης Γεώργιος Δημόπουλος

Τρεῖς μέ­ρες ἔ­χεις στή δι­ά­θε­σή σου. Σκέ­ψου κα­λά. Ἐ­άν σύ καί τά παι­διά σου ἀρ­νη­θεῖ­τε τόν Χρι­στό, δέν ἔ­χε­τε τί­πο­τε νά φο­βη­θεῖ­τε. Ἐ­άν ὅ­μως ἐ­πι­μεί­νε­τε στήν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη ἀ­πό τούς νό­μους πί­στη, μαρ­τύ­ρια φο­βε­ρά σᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Πή­γαι­νε καί σκέ­ψου σο­βα­ρά.

Ποι­ός ὅ­μως εἶ­ναι αὐ­τός, πού μέ τό­σο αὐ­στη­ρή γλώσ­σα μι­λά­ει; Καί σέ ποι­όν ἀ­πευ­θύ­νε­ται; Δι­κα­στής εἶ­ναι αὐ­τός πού ἀ­πει­λεῖ. Στή Ρώ­μη, στήν πό­λη τῶν Και­σά­ρων, ἐ­κτυ­λίσ­σε­ται ἡ σκη­νή. Σέ μί­α χή­ρα γυ­ναί­κα ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Σο­φί­α εἶ­ναι τό ὄ­νο­μά της. Χή­ρα εἶ­ναι ἡ σπου­δαί­α Χρι­στια­νή. Ὅ­λες τίς δυ­νά­μεις της τίς προ­σφέ­ρει στήν Ἐκ­κλη­σία τῆς Ρώ­μης. Ἀ­πό ἐ­κεῖ παίρ­νει δύ­να­μη νά ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τά προ­βλή­μα­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς ζω­ῆς καί τῆς ἀ­να­τρο­φῆς τῶν τρι­ῶν θυ­γα­τέ­ρων της, πού μέ ὅ­λη τους τήν ψυ­χή ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τό δι­κό της πα­ρά­δειγ­μα.


Ὑ­πό πε­ρι­ο­ρι­σμό ὅ­μως τώ­ρα βρί­σκον­ται καί οἱ τρεῖς. Ἔ­χει ὁ­λό­κλη­ρη ἡ οἰ­κο­γέ­νεια κα­ταγ­γελ­θεῖ γιά τή χρι­στι­α­νι­κή της πί­στη. Καί οἱ τρεῖς Θυ­γα­τέ­ρες βρί­σκον­ται στή φυ­λα­κή. Τί τίς πε­ρι­μέ­νει ἄ­ρα­γε; Ἡ μη­τρι­κή καρ­δί­α ἀ­νη­συ­χεῖ. Μή­πως οἱ ἀ­πει­λές καί τά μαρ­τύ­ρια κάμ­ψουν τήν ψυ­χι­κή τους ἀν­το­χή; Μή­πως τά βα­σα­νι­στι­κά ὄρ­γα­να τοῦ δη­μί­ου τίς κά­νουν νά ἀρ­νη­θοῦν Ἐ­κεῖ­νον πού θυ­σι­ά­σθη­κε γιά μᾶς; Ἀ­λή­θεια, τί μπο­ρεῖ νά γί­νει; Ποι­ά στα­θε­ρό­τη­τα μπο­ρεῖ νά πε­ρι­μέ­νει ἡ μη­τέ­ρα ἀ­πό τή δω­δε­κά­χρο­νη Πί­στη, ἀ­πό τή δε­κά­χρο­νη Ἐλ­πί­δα, ἀ­πό τήν μό­λις ἐν­νε­ά­χρο­νη Ἀ­γά­πη;

Ἀλ­λά τους φό­βους δι­α­λύ­ει ἡ θερ­μή προ­σευ­χή τῆς θαυ­μα­στῆς μη­τέ­ρας. Μέ τή δύ­να­μη ἐ­κεί­νης, μέ τήν πί­στη, ὅ­τι ὁ Δυ­να­τός θά ἐν­δυ­νά­μω­σει τίς ἀ­δύ­να­τες θυ­γα­τέ­ρες, ἡ πι­στή μη­τέ­ρα τίς ἐ­πι­σκέ­πτε­ται στόν τό­πο τοῦ πε­ρι­ο­ρι­σμοῦ τους. Ἡ ψυ­χή της πού φλέγεται ἀ­πό τήν ἀ­γά­πη πρός τόν Χρι­στό ξε­χύ­νε­ται σέ λό­για θερ­μά καί γε­μά­τα ἀ­πό συγ­κί­νη­ση. Παι­διά μου, τούς εἶ­πε, ὁ Θε­ός μας ζη­τᾶ τή με­γά­λη θυ­σί­α, τῆς ζω­ῆς μας τή θυ­σί­α. Μᾶς τή ζη­τᾶ Ἐ­κεῖ­νος, πού πρό­σφε­ρε τή ζω­ή του στό Σταυ­ρό γιά τή σω­τη­ρί­α μας. Θά τοῦ τήν ἀρ­νη­θοῦ­με; Σᾶς με­γά­λω­σα μέ τό δι­κό του φό­βο. Σ’ Ἐ­κεῖ­νον ἀ­νή­κε­τε. Μή τόν ἀρ­νη­θῆ­τε. Μή σᾶς φο­βί­σουν τά μαρ­τύ­ρια. Λί­γο θά πο­νέ­σε­τε. Αἰώ­νιοι ἀ­μοι­βές σᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Μή δει­λι­ά­σε­τε. Μεί­νε­τε πι­στές... Καί ἐ­κεῖ­νες μέ μί­α φω­νή, φω­νή πού ἐ­νέ­πνε­ε ὁ ἀρ­χη­γός τῶν Μαρ­τύ­ρων, τήν βε­βαί­ω­ναν, ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­τοι­μοι νά πε­θά­νουν γιά τόν Χρι­στό. Οἱ τρεῖς ­μέ­ρες πέ­ρα­σαν. Στό βῆ­μα του ὁ δι­κα­στής. Σκλη­ρός, ἀ­δυ­σώ­πη­τος, ἀ­λη­θι­νός τύ­ραν­νος. Καί μπρο­στά του οἱ ὑ­πό­δι­κοι· ἡ μη­τέ­ρα μέ τήν ἤ­ρε­μη ὄ­ψη καί τά ἀγ­γε­λό­μορ­φα παι­διά της. Λί­γες λέ­ξεις βγαίνουν ἀ­πό τά χεί­λη τοῦ δι­κα­στῆ. Ὑ­πο­σχέ­σεις πε­ρι­έ­χουν τά λό­για του. Ἀ­μοι­βές εἶ­ναι τό πε­ρι­ε­χό­με­νό τους, ἐ­άν ἀρ­νη­θοῦν τόν Χρι­στό. Καί στή δι­κή τους στα­θε­ρή ἄρ­νη­ση τίς ὑ­πο­σχέ­σεις δι­α­δέ­χον­ται ἀ­πει­λές καί τά λό­για δί­νουν τή θέ­ση τούς στό σκλη­ρό μαρ­τύ­ριο.

Πρώ­τη στό μαρ­τύ­ριο ἡ με­γα­λύ­τε­ρη, ἡ Πί­στη. Ἀ­κού­ει τήν κα­τα­δί­κη της μέ χα­ρά, ἔ­πει­τα ἀ­πό τή στα­θε­ρή της ὁ­μο­λο­γί­α. Τό μα­στί­γιο αὐ­λα­κώ­νει τό σῶ­μα της. Καί ἡ σχά­ρα ἡ κοκ­κι­νι­σμέ­νη καί πυ­ρα­κτω­μέ­νη ἀ­πό τή φω­τιά τά δέ­χε­ται στή συ­νέ­χεια. Καί ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα, ἡ θαυ­μα­στή μη­τέ­ρα, προ­σεύ­χε­ται γιά τήν μέ­χρι τέ­λους ἀν­το­χή τῆς κό­ρης, τό ξί­φος τοῦ δη­μί­ου δί­νει τέ­λος στό μαρ­τύ­ριο. Ἡ Πί­στη βρί­σκε­ται στόν οὐ­ρα­νό. Τό μα­τω­μέ­νο σῶ­μα τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο ἀ­πό τήν κα­κου­χί­α τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου πα­ρα­με­ρί­ζε­ται. Ἡ σει­ρά τώ­ρα τῆς δεύ­τε­ρης, τῆς Ἐλ­πί­δος. Φο­βε­ρά καί τά δι­κά της μαρ­τύ­ρια. Τό­σο ὅ­μως ἀ­δύ­να­τα νά κα­τα­βά­λουν τήν ψυ­χι­κή της ἀν­τί­στα­ση. Οἱ σκλη­ροί ὄ­νυ­χες ἔ­σχι­σαν τίς σάρ­κες της καί τό αἷ­μα της πορ­φύ­ρω­σε τόν τό­πο τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου της. Ὁλόκληρη σει­ρά ἄλ­λων βα­σα­νι­στη­ρί­ων, στά ὁ­ποῖ­α ἔ­λαμ­ψε ἡ ἀ­κλό­νη­τη πί­στη καί ἀν­το­χή της, ἔ­κλει­σε μέ τόν ἀ­πο­κε­φα­λι­σμό της. Ἐ­άν ὅ­μως ἡ κε­φα­λή πέ­φτει, ἀ­πό τό ξί­φος τοῦ δη­μί­ου, ἡ ψυ­χή στε­φα­νώ­νε­ται ἀ­πό τόν Κύ­ριο.

Ἀ­πο­μέ­νει τώ­ρα ἡ νε­ό­τε­ρη, ἡ ἐν­νε­ά­χρο­νη Ἀ­γά­πη. Θαῦ­μα ἡ ἀν­το­χή της καί ἡ ὁ­μο­λο­γί­α της. Ἔ­δει­ξε ὅ­λη τή δύ­να­μη, μέ τήν ὁ­ποί­α ὁ Δυ­να­τός πε­ρι­βάλ­λει τούς δι­κούς του καί κα­ται­σχύ­νει τούς ἐ­χθρούς του. Ἡ ὁ­μο­λο­γί­α της ἀ­κλό­νη­τη. Ἡ παρ­ρη­σί­α της θαυ­μα­στή. Ὁ ἡ­ρω­ι­σμός της ἄ­φθα­στος. Βλα­στά­ρι τῆς ἰ­δί­ας μη­τέ­ρας εἶ­μαι καί ἐ­γώ, εἶ­πε στόν τύ­ραν­νο. Με­τά ἀ­πό σει­ρά μαρ­τυ­ρί­ων ἀ­να­σκο­λο­πί­σθη­κε καί ἀ­πο­κε­φα­λί­σθη­κε. Σπον­δή καί θυ­σί­α στό Θε­ό τρεῖς μάρ­τυ­ρες ἀ­δελ­φές στο­λί­ζουν τόν οὐ­ρα­νό.

Τά τί­μια τῶν μαρ­τύ­ρων λεί­ψα­να πε­ρι­συ­νέ­λε­ξε ἡ ἡ­ρω­ι­κή μη­τέ­ρα καί τά ἐν­τα­φί­α­σε μέ ὅ­λη τή στορ­γή της καί τήν ἀ­γά­πη της. Ἡ δο­ξο­λο­γί­α πρός τόν Θε­ό γιά τήν μέ­χρι τέ­λους ὑ­πο­μο­νή τῶν θυ­γα­τέ­ρων της ἀ­να­μι­γνυ­ό­ταν μέ τά μη­­τρι­κά δά­κρυ­α γιά τή στέ­ρη­σή τους. Ὁ τύ­ραν­νος, γιά νά ὑ­φί­στα­ται τό βρά­δυ μαρ­τύ­ριο τοῦ πό­νου, δέν τήν κα­τα­δί­κα­σε ἐ­κεί­νη σέ θά­να­το. Ὁ Κύ­ριος ὅ­μως, ἀ­μεί­βον­τας τή θυ­σί­α της, τήν πα­ρέ­λα­βε ἐν εἰ­ρή­νῃ κον­τά του με­τά ἀ­πό τρεῖς ἡ­μέ­ρες, γιά νά εὐ­φραί­νε­ται μα­ζί μέ τούς μάρ­τυ­ρες στόν ἅ­γιο θρό­νο Του.

Ἄς πρε­σβεύ­ει ἐ­κεῖ μα­ζί μέ τίς μάρ­τυ­ρες θυ­γα­τέ­ρες της γιά τή νε­ό­τη­τα, νά τήν χει­ρα­γω­γεῖ ὁ Θε­ός καί νά τήν ἀ­να­δει­κνύ­ει πρω­το­πό­ρο στίς ὑ­ψη­λές ἀ­ρε­τές, στή θερ­μή πί­στη καί τήν ὁ­λό­ψυ­χη ἀ­φο­σί­ω­ση στό ἅ­γιο θέ­λη­μά Του.


Πηγή: (Ἀπό τό βιβλίο «Ἀπό τή Ζωή τῶν Ἁγίων», Ἀρχιμ. Γεωργίου Δημοπούλου), Ο Σωτήρ