Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2016

Ἀνέκφραστη εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ δόξα


Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

Ἀδελφοί μου, μεγάλη καὶ ἀσύλληπτη εἶναι ἡ δόξα ποὺ περιμένει τοὺς ἁγίους. Ἀντίθετα, ἡ δόξα τῆς ζωῆς αὐτῆς μαραίνεται σὰν τὸ λουλούδι καὶ ξεραίνεται γοργὰ σὰν τὸ πράσινο χορτάρι (Ψαλμ. 36:2).

Πραγματικά, πολλοὶ δυνάστες καὶ βασιλιάδες κυριάρχησαν σὲ χῶρες καὶ πολιτεῖες διάφορες, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο (χάθηκαν καί), ἦταν σὰν νὰ μὴν ὑπῆρξαν ποτέ. Πόσοι βασιλιάδες, ποὺ κυβέρνησαν ἔθνη πολλά, κατασκεύασαν ἀνδριάντες τους καὶ ἀναμνηστικὲς στῆλες, νομίζοντας ὅτι μ᾿ αὐτὰ θὰ ἔμενε τὸ ὄνομά τους καὶ μετὰ τὸ θάνατό τους, ὅταν ὅμως πῆραν ἄλλοι τὴν ἐξουσία, γκρέμισαν τοὺς ἀνδριάντες κι ἔκαναν συντρίμμια τ᾿ ἀγάλματα; Μερικοὶ μάλιστα ἀφαίρεσαν ἀπὸ τοὺς ἀνδριάντες τὶς κεφαλὲς (τῶν προκατόχων τους) καὶ τοποθέτησαν τὴ δική τους μορφή. Μὰ κι αὐτῶν τὰ ἔργα καταστράφηκαν ἀπὸ ἄλλους.

Ἄλλοι πάλι κατασκεύασαν γιὰ τὸν ἑαυτό τους τάφους περίφημους, καὶ πάνω σ᾿ αὐτοὺς χάραξαν τὴ μορφή τους, νομίζοντας ὅτι θὰ διατηρήσουν ἔτσι τὸ ὄνομά τους αἰώνιο. Ἦρθε ὅμως ἄλλη γενιά, καὶ παραχωρήθηκαν οἱ τάφοι στὴν ἐξουσία ἐκείνων, καὶ γιὰ νὰ καθαρίσουν τοὺς τύμβους, μετέφεραν, ὅπως ἦταν φυσικό, τὰ ὀστᾶ (τῶν νεκρῶν) σὰν χαλίκια. Τί τοὺς ὠφέλησε, ἑπομένως, ὁ πολυδάπανος τύμβος ἢ ἡ πυραμίδα; Νὰ λοιπόν, ποὺ ὅλα τὰ μάταια ἔργα καταλήγουν στὸ μηδέν.

Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιο καὶ μ᾿ ἐκείνους ποὺ δοξάζει ὁ Θεός. Γιατὶ τοὺς ἑτοίμασε ζωὴ αἰώνια καὶ δόξα ἄφθαρτη. Ὅπως, μ᾿ ἄλλα λόγια, τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ τῆς σελήνης καὶ τῶν ἄστρων δὲν ἔσβησε οὔτε μειώθηκε, ἀπὸ τὴ δημιουργία τους μέχρι σήμερα, ἀλλὰ εἶναι τὸ ἴδιο πάντα ζωηρὸ καὶ δυνατὸ καὶ λαμπρό, γιὰ νὰ ἐκπληρώνεται ὁ σκοπὸς ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅρισε ὁ Δημιουργὸς (γι᾿ αὐτὰ τὰ οὐράνια σώματα), νὰ κυριαρχοῦν δηλαδὴ στὴν ἡμέρα καὶ στὴ νύχτα, ἔτσι καὶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ Τὸν ἀγαποῦν ὅρισε βασιλεία οὐράνια καὶ χαρὰ ἀτέλειωτη. Καὶ ὅπως ἀκριβῶς σ᾿ αὐτὰ τὰ αἰσθητὰ ὁ Θεὸς ἀποδεικνύεται ἀξιόπιστος, ἔτσι ὁπωσδήποτε καὶ σ᾿ ἐκεῖνα τὰ νοητά. Τὰ αἰσθητά, βέβαια, θὰ πάψουν νὰ ὑπάρχουν ὅποτε τὸ θελήσει ὁ Δημιουργός. Ἡ δόξα ὅμως τῶν ἁγίων δὲν θὰ ἔχει τέλος.

Ἂς φροντίσουμε λοιπὸν νὰ δώσουμε καρποὺς ἀντάξιους τῆς μετάνοιας, γιὰ νὰ μὴν ἀποκλειστοῦμε ἀπὸ τὴ χαρὰ ἐκείνη καὶ ριχθοῦμε στὸ αἰώνιο σκοτάδι, ὅπου ἡ ὀδύνη εἶναι ἀβάσταχτη.

Νά, μπές, ἂν θέλεις, στὸν κοιτῶνα σου, κλεῖσε πόρτες καὶ παράθυρα, φράξε κι ὅλες τὶς χαραμάδες ποὺ βάζουν φῶς, καὶ μετὰ κάθισε ἐκεῖ μέσα. Τότε θὰ καταλάβεις πόσο βασανιστικὸ εἶναι τὸ σκοτάδι. Ἔ, λοιπόν, ἂν τόσο βασανίζεσαι ἐδῶ, μολονότι κάθεσαι ἥσυχος, χωρὶς πόνους καὶ μαρτύρια, καὶ μολονότι ἔχεις τὴ δυνατότητα νὰ βγεῖς μετὰ ἀπὸ λίγο στὸ φῶς, πόση ἄραγε ὀδύνη νομίζεις ὅτι θὰ ἔχει ἐκεῖνο τὸ πηχτὸ σκοτάδι, ὅπου, ὅσοι μιὰ γιὰ πάντα ρίχθηκαν, θὰ κλαῖνε καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους καὶ θὰ τιμωροῦνται αἰώνια ἀπὸ τὴν ἄσβηστη φωτιὰ (Ματθ. 8:12, 13:42,50);

Ἂς σκεφτοῦμε, ἐπιπλέον, καὶ πόση ντροπὴ θὰ νιώσουμε πρὶν ἀκόμα πᾶμε στὴν κόλαση, ὅταν ἀπὸ τὴ μιὰ θὰ δοῦμε τοὺς ἁγίους νὰ ντύνονται τὴν ὁλοφώτεινη καὶ ἀπερίγραπτη ἐκείνη στολή, ποὺ ἔφτιαξαν οἱ ἴδιοι με τὰ καλά τους ἔργα, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη θὰ βλέπουμε τοὺς ἑαυτούς μας ὄχι μόνο γυμνοὺς ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ἀστραφτερὴ δόξα, μὰ καὶ μελανιασμένους καὶ ζοφεροὺς καὶ βρωμερούς, ἔτσι ὅπως ἑτοιμαστήκαμε ἀπὸ ἐδῶ μὲ τὰ σκοτεινὰ ἔργα καὶ τὴ σπατάλη καὶ τὴν ἀσωτία μας.

Ἂς κλάψουμε λοιπὸν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, γιὰ νὰ βροῦμε τὸ ἔλεός Του.

Ὁ ἀγῶνας μας δὲν γίνεται γιὰ χρήματα, πού, κι ἂν τὰ χάσει κανείς, μπορεῖ πάλι ν᾿ ἀποκτήσει ἄλλα στὴ θέση τους. Ὁ κίνδυνος εἶναι γιὰ τὴν ψυχή μας, πού, ἂν τὴ χάσουμε, δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ τὴν ξαναβροῦμε, σύμφωνα μ᾿ αὐτὸ ποὺ ἔχει γραφτεῖ: «Τί ὠφελεῖται ἄνθρωπος ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήση, τὴν δὲ ψυχὴν αὐτοῦ ζημιωθῆ; ἢ τί δώσει ἄνθρωπος ἀντάλλαγμα τῆς ψυχῆς αὐτοῦ;» (Ματθ. 16:26).

Ἂς συλλογιστοῦμε μόνο, πὼς οἱ στρατιῶτες τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, ἂν καὶ παίρνουν τιποτένια δῶρα ἀπὸ τὸ βασιλιά, ὅμως κινδυνεύουν πρόθυμα ὡς τὸ θάνατο γιὰ χάρη του. Πόσο περισσότερο λοιπὸν ἐμεῖς, ποὺ πήραμε τέτοιες διαβεβαιώσεις (ἀπὸ τὸ Θεό), ὀφείλουμε νὰ μὴν παραμελοῦμε τὴν ἐργασία τῆς ἀρετῆς, γιὰ νὰ σωθοῦμε ἀπὸ τὴ μέλλουσα κρίση καὶ νὰ κερδίσουμε τὰ ἄρρητα ἀγαθά;

Ἀλλὰ ἂς ἀναλογιστοῦμε καὶ τοῦτο: Τὸν καύσωνα τοῦ ἥλιου ἢ τὴν ἔνταση τοῦ πυρετοῦ δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ὑποφέρουμε. Πῶς τότε θὰ σηκώσουμε τὸ κάψιμο τῆς αἰώνιας φωτιᾶς, ποὺ καίει ἀκατάπαυστα καὶ χωρὶς νὰ καταστρέφει ἐκεῖνο ποὺ καίει;

Κι ἂν θέλεις, ἀγαπητέ μου, κάνε μία δοκιμὴ ἀπὸ τώρα μὲ τὴν ὑλικὴ φωτιά, καὶ θὰ καταλάβεις, πόσο ἀνυπόφορο εἶναι ἐκεῖνο τὸ μαρτύριο. Ἄναψε δηλαδὴ τὸ λυχνάρι καὶ βάλε πάνω στὴ φλόγα τὴν ἄκρη τοῦ δαχτύλου σου. Ἂν μπορεῖς νὰ βαστάξεις τὸν πόνο, ἴσως μπορέσεις ν᾿ ἀντέξεις κι ἐκεῖ. Ἂν ὅμως δὲν μπορεῖς νὰ ὑποφέρεις τοὺς πόνους ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ μικρὸ κάψιμο, τί θὰ κάνεις ὅταν τὸ σῶμα σου ὁλόκληρο θὰ ριχθεῖ μαζὶ μὲ τὴν ψυχὴ σ᾿ ἐκείνη τὴ φοβερὴ καὶ ἄσβηστη φωτιά;


Πηγή: Ορθόδοξοι Πατέρες