Ξημέρωνε Δευτέρα 28 Ἰανουαρίου 2008. Λίγο πρὶν τὸ πρῶτο
φῶς τῆς μέρας, στὶς 05:30 τὰ ξημερώματα, ὁ Ἱεράρχης ποὺ θέλησε νὰ τὸν θυμόμαστε
ὡς τὸν «Χριστόδουλο μᾶς» ἄφηνε τὴν τελευταία του πνοὴ χτυπημένος ἀπὸ τὸν
καρκίνο. Ἦταν 69 ἐτῶν.
Ἡ χώρα βυθίστηκε στὸ πένθος. Οἱ σημαῖες κυμάτιζαν
μεσίστιες καὶ ὁ πένθιμος μονότονος ἦχος στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν ἀπ' ἄκρη
σ'ἄκρη τῆς χώρας, τόνιζε τὸν ἐθνικὸ θρῆνο.
Προσωπικότητα ἰσχυρή, ἐπικρίθηκε καὶ ἀμφισβητήθηκε ὅσο
λίγοι στὴν νεότερη ἑλληνικὴ ἱστορία. Ταυτόχρονα ἀγαπήθηκε ἀπὸ πολλοὺς καὶ ἀποτέλεσε
παράδειγμα γιὰ πολλοὺς περισσότερους.
Παρὰ τὶς ἀντιδράσεις ποὺ κάθε φορᾶ προκαλοῦσαν οἱ δηλώσεις του, ἐπέμενε πὼς «δὲν ὑπάρχουν ξεχασμένες πατρίδες ἀλλὰ ἀλησμόνητες» καὶ φρόντιζε σὲ κάθε εὐκαιρία νὰ καλεῖ τοὺς νέους στὴν Ἐκκλησία «ὅπως εἶναι. ἀκόμη καὶ μὲ τὰ σκουλαρίκια».
«Δὲν γίνεται ὅλος ὁ κόσμος νὰ πηγαίνει μὲ ταχύτητες
διαστημόπλοιου κι ἐμεῖς νὰ πηγαίνουμε μὲ τὸν ἀραμπὰ» εἶχε πεῖ στοὺς ἐργαζόμενους
στὴν Ἱερὰ Σύνοδο τὴν πρώτη μέρα ποὺ ἐπισκέφθηκε τὸ συνοδικὸ μέγαρο μετὰ τὴν ἐκλογή
του, δίνοντας τὸ στίγμα τῶν ὅσων θὰ ἀκολουθοῦσαν.
Γιὰ τὰ λάθη του, κρίθηκε καὶ κατακρίθηκε ἔντονα. Κανεὶς ὡστόσο
δὲν τοῦ ἀμφισβήτησε ποτέ, τὴν ἀγάπη του γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τὴν Ἐκκλησία. Δυὸ ἔννοιες
γιὰ τὶς ὁποῖες μιλοῦσε συχνά, γεμίζοντας τὰ μάτια τοῦ δάκρυα, ἀπὸ τὴν ἔνταση καὶ
τὸ πάθος.
Τὰ τελευταῖα ἕξι χρόνια, ὁ ἀπὸ Δημητριάδος Ἀρχιεπίσκοπος
Ἀθηνῶν καὶ Πάσης Ἑλλάδος Χριστόδουλος Ἃ΄ ἀναπαύεται στὴν ἀγκαλιὰ τῆς ἀττικῆς γῆς,
στὸ πρῶτο κοιμητήριο Ἀθηνῶν, ἐκεῖ ὅπου ἑκατοντάδες χιλιάδες Ἕλληνες τὸν
συνόδευσαν σὲ μιὰ πάνδημη κηδεία ποὺ ἔκανε τὸν γύρο τοῦ κόσμου μέσω τῶν
μεγαλύτερων τηλεοπτικῶν δικτύων καὶ ἐφημερίδων, ποὺ κάλυψαν ἐκτενῶς τὸν ἀποχαιρετισμὸ
τοῦ Ἕλληνα Ἀρχιεπισκόπου ποὺ ἔμεινε στὴν μνήμη μας ὡς φαινόμενο.