Παρασκευή, 1 Μαΐου 2020

Διάλογος τοῦ π. Ἐπιφανίου Θεοδωρόπουλου μὲ ἕναν φοιτητὴ τῆς Ἰατρικῆς!


Φοιτητής: Ἐσεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἀδιαφορεῖτε λίγο-πολὺ γιὰ τὰ προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς. Συνέχεια μιλᾶτε γιὰ τὴν αἰώνια βασιλεία. Αἰώνια βασιλεία ἐδῶ, αἰώνια βασιλεία ἐκεῖ, ἐνῶ ὁ κόσμος ἔχει τόσα προβλήματα.

Ὁ γέροντας τὸν κοίταξε μὲ τὸ διαπεραστικό του βλέμμα καὶ εἶπε:

Γέροντας: Παιδί μου, γιὰ νὰ μὴ μιλᾶμε ἀφηρημένα, γιὰ πές μου ἕνα πρόβλημα αὐτῆς τῆς ζωῆς, γιὰ τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει δώσει ἀπάντηση ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ;

Φοιτητής: Ναὶ νὰ σᾶς πῶ. Ἡ φτώχεια. Ἑκατομμύρια ἄνθρωποι στὸν κόσμο πεινοῦν, εἶναι γυμνοὶ κι ἐσεῖς τοὺς μιλᾶτε γιὰ τὴ αἰώνια βασιλεία. Λὲς καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ χορτάσει ἢ νὰ ντυθεῖ μὲ τὴν αἰώνια βασιλεία.

Γέροντας: Καλό μου παιδί, καὶ σ'αὐτὸ ἔχει ἀπαντήσει ἡ Ἐκκλησία. Ἂν οἱ ἄνθρωποι τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τῆς «ὁ ἔχων δύο χιτώνας μεταδότω τῷ μὴ ἔχοντι» (Λουκ. 3, 11) καὶ «ἐὰν μὴ περισσεύση ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 5, 20), δὲν θὰ μιλούσαμε αὐτὴ τὴ στιγμὴ γιὰ φτώχεια! Φαντάσου ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῶν Ἰουδαίων ἔδινε στοὺς φτωχούς το 1/10 ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά τους. Ἂν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, τηροῦσαν τὶς ἐντολὲς τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔδιναν περισσότερα ἀπὸ τὸ 1/10 δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε φτώχεια, οὔτε πείνα οὔτε γύμνια στὸν κόσμο.

Φοιτητής: Πάτερ, κοιτάξτε. Αὐτὰ εἶναι εὐχόλογα. Τὰ ἔχουν πεῖ κι' ἄλλοι.

Γέροντας: Τὸ ξέρω παιδί μου, ὅτι τὰ ἔχουν πεῖ κι' ἄλλοι. Ἀλλὰ ὑπάρχει μία διαφορά. Μίλησαν γιὰ δικαιοσύνη, γιὰ ἀγάπη, γιὰ ἐλευθερία, ἀπευθυνόμενοι στὴν ἀπρόσωπη μάζα ποὺ λέγεται ἀνθρωπότητα. Ἐνῶ ὁ Χριστὸς μίλησε γι' αὐτὰ ἀπευθυνόμενος στὰ πρόσωπα. Στὸν Βασίλη, στὸν Κώστα, στὸν Δημήτρη, στὴν Μαρία. Γι'αὐτό, ἐνῶ τὰ διάφορα κοινωνικὰ συστήματα δὲν κατάφεραν νὰ πείσουν κανέναν, ὁ Χριστὸς ἔπεισε χιλιάδες ἀνθρώπους νὰ μοιράσουν τὶς περιουσίες τους στοὺς φτωχούς, νὰ ἐφαρμόσουν κοινωνικὴ δικαιοσύνη, νὰ συμπαρασταθοῦν στὸν ἀνθρώπινο πόνο, νὰ θυσιάσουν καὶ τὴ ζωή τους γιὰ τὴν ἀγάπη τῶν ἄλλων. Κατάφερε καὶ τελῶνες καὶ πόρνες καὶ ληστὲς καὶ φονιάδες νὰ τοὺς ἀλλάξει τελείως καὶ νὰ τοὺς κάνει ἁγίους. Καὶ μιὰ καὶ ἀναφέρεσαι στὰ προβλήματα τῆς ζωῆς, νὰ σὲ ρωτήσω καὶ γῶ κάτι: Ὁ θάνατος εἶναι ἢ δὲν εἶναι πρόβλημα αὐτῆς τῆς ζωῆς;

Φοιτητής: - Δὲν ξέρω.

Γέροντας: Ε, πῶς δὲν ξέρεις; Ὁ θάνατος εἶναι πρόβλημα τῆς ζωῆς καὶ μάλιστα ἀπὸ τὰ ὀξύτερα. Τί ἔχεις νὰ πεῖς ἐσὺ ἢ κάποιος ἄλλος στὴ χαροκαμένη μάνα ποῦ κατεβάζει στὸν τάφο τὸ παιδί της; Τί ἔχεις νὰ πεῖς ἐσὺ στὸ παιδὶ ποῦ κατευοδώνει στὴν τελευταία του κατοικία τὸν πατέρα του;

Φοιτητής: Ἐσεῖς τί ἔχετε νὰ πεῖτε;

Γέροντας: Ὄχι ἐγώ. Ἡ Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία παιδί μου, γεμίζει τὴν ψυχὴ αὐτῶν μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ χωρισμὸς αὐτὸς εἶναι τελείως προσωρινός. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ θὰ ξανασυναντηθοῦν. Γι'αὐτὸ καὶ τοὺς φέρνει στὰ χείλη το: «Καλὸ ταξίδι παιδί μου», «Καλὴ ἀντάμωση πατέρα'». Τὸ ἔχεις λίγο αὐτό;

Φοιτητής: Πάτερ, ἐγὼ σᾶς μιλάω γιὰ τὴν ζωή, ἐσεῖς μὲ πᾶτε στὸν θάνατο.

Γέροντας: Παιδί μου, ἂν ἔχεις ἀπάντηση σ'αὐτό, ἀπάντησέ μου.

Σὲ ρώτησα ἂν ὁ θάνατος εἶναι πρόβλημα τῆς ζωῆς αὐτῆς. Δὲν μοῦ ἀπάντησες. Καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχεις ἀπάντηση, προσπαθεῖς νὰ ξεφύγεις. Ἃς ἐπανέλθουμε σ'ἐκεῖνα ποὺ ἀπασχολοῦν ἐσένα ὡς «προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς».

Δὲ μοῦ λὲς παιδί μου, ἀκόμα κι ἂν ἀπαριθμήσεις ὅλα τα προβλήματα αὐτῆς τῆς ζωῆς ἕνα πρὸς ἕνα, πῶς μπορεῖς νὰ τὰ ἐξηγήσεις χωρίς, τὴν μετὰ θάνατο, προοπτική; Τὶς ἀδικίες, τὶς συκοφαντίες, τὸ φθόνο, τὴ φτώχεια, τὶς ἀρρώστιες... Τί νόημα ἔχει νὰ τὰ ὑπομένει κανεὶς ὅλα αὐτὰ καὶ στὸ τέλος νὰ φθάνει νὰ καλύπτει δύο μέτρα γῆς καὶ νὰ φθάνει στὴν ἀνυπαρξία; Τί νόημα ἔχει; Κανονικὰ θὰ'πρεπε, λογικὰ σκεπτόμενος νὰ αὐτοκτονήσει!

Ἐνῶ μὲ τὸν Χριστὸ ὅλα αὐτὰ ἀποκτοῦν ἕνα νόημα.

Ὅλα! Καὶ ὁ πόνος καὶ τὰ δάκρυα καὶ οἱ ἀρρώστιες καὶ ὁ θάνατος. Ὅλα ἀποτελοῦν προετοιμασία γιὰ τὸ ταξίδι πρὸς τὴν αἰωνιότητα.

Φοιτητής: Πάτερ, συνέχεια στὰ μνήματα μὲ φέρνετε.

Γέροντας: Δὲ σὲ φέρνω στὰ μνήματα. Σοῦ μίλησα γιὰ τὴ ζωή. Ἢ δὲν εἶναι αὐτὰ προβλήματα ποῦ ἀφοροῦν ὅλους τους ἀνθρώπους; Νὰ σὲ ρωτήσω καὶ κάτι ἄλλο ἀφοῦ θέλεις νὰ «σοῦ μιλήσω γιὰ τὴν ζωή». Τὸ ἂν θὰ γίνεις ἐσὺ αὔριο καρδιολόγος, μικροβιολόγος ἢ χειροῦργος, τὸ ἂν θὰ νυμφευθεῖς ἢ ὄχι, τὸ ἂν θὰ πετύχεις στὸ γάμο σου ἢ ὄχι, αὐτὸ εἶναι ἕνα ἐνδεχόμενο. Μπορεῖ νὰ συμβεῖ, μπορεῖ ὄχι.

Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ εἶναι ἀπόλυτα σίγουρο εἶναι ὅτι κι ἐγὼ καὶ ἐσὺ κάποια μέρα θὰ πεθάνουμε. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ πιὸ σίγουρο γεγονὸς τῆς ζωῆς μας. Δὲν μπορεῖς νὰ μένεις ἀδιάφορος στὸ πιὸ σίγουρο γεγονὸς τῆς ζωῆς σου. Δὲν μπορεῖς....

Φοιτητής: Πάτερ, δὲν μ'ἐνδιαφέρει!

Γέροντας: Δὲν μπορεῖς νὰ λὲς ὅτι δὲν σ'ἐνδιαφέρει.

Φοιτητής: Τί σχέση ἔχει τώρα αὐτὸ μὲ τὴ ζωή;

Γέροντας: Πῶς δὲν ἔχει σχέση μὲ τὴν ζωή; Ἀπάντησέ μου στὸ ἐρώτημα: Ἀνάμεσά σε μένα καὶ σένα εἶναι τὸ μνῆμα σου. Κοίταξέ το καὶ πές μου: Ἀρχίζεις ἢ τελειώνεις;

Φοιτητής: Μά, πάτερ. Τί σχέση ἔχει αὐτὸ μ'ἐκεῖνο ποῦ συζητᾶμε;

Γέροντας: Πῶς δὲν ἔχει σχέση; Ἀπὸ τὴν ἀπάντηση ποὺ θὰ δώσεις σ'αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, θὰ ἐξαρτηθεῖ ἡ ζωή σου. Ἂν πεῖς ὅτι στὸ μνῆμα σου θὰ ἀρχίσεις, θὰ πρέπει νὰ προετοιμαστεῖς γι'αὐτὸ τὸ ταξίδι. Ἂν πεῖς ὅτι τελειώνεις, τότε δὲν μπορεῖς νὰ βρεῖς νόημα στὴν ζωή σου.

Φοιτητής: Ε, πάτερ, πῶς δὲν ἔχει νόημα; Ἐγὼ τὴ γλεντάω τὴ ζωή μου.

Γέροντας: Καημένο παιδί! Ἔχεις τὴν ἐντύπωση ὅτι ὅλη σου ἡ ζωὴ θὰ εἶναι μία διαρκῆς χαρὰ καὶ εὐφροσύνη; Ἔχεις τὴν ἐντύπωση ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι σ'αὐτὸ τὸν κόσμο ποῦ πέρασαν ὅλη τὴ ζωὴ τοὺς γλεντώντας; Ἂν ξέρεις τέτοιους ἀνθρώπους, φέρε μου ἕναν νὰ τὸν γνωρίσω κι' ἐγώ. Ἐγὼ δὲν ξέρω κανέναν! Καὶ σὲ διαβεβαιῶ ὅτι στὰ τριάντα χρόνια της ἱερατικῆς μου διακονίας, πέρασαν ἑκατοντάδες ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἐξομολογητήριό μου, ἄλλα δὲν γνώρισα οὔτε ἕναν ποὺ νὰ μὴν κουβαλοῦσε κάποιο σταυρό. Ὅλοι κουβαλοῦσαν τὸν σταυρό τους. Ἄλλος μικρότερο, ἄλλος μεγαλύτερο. Ἄλλος βαρύτερο, ἄλλος ἐλαφρύτερο. Δὲν ἦταν ὅμως κανένας ποὺ νὰ μὴν εἶχε τὸν σταυρό του. Πῶς λοιπὸν ἐσὺ πιστεύεις ὅτι θὰ περάσεις ὅλη σου τὴ ζωὴ μὲ γλέντια καὶ εὐτυχία;

Φοιτητής: Πάτερ, ἔχετε τὰ ἐπιχειρήματά σας, ἀλλὰ ἐμένα δὲν μὲ ἀπασχολεῖ τὸ θέμα.

Γέροντας: Ὅταν παιδί μου σ' ἀπασχολήσει, ἔλα νὰ σὲ βοηθήσω ὅσο μπορῶ.

Καὶ πραγματικὰ κάποτε ἦλθε ἡ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀπασχόλησε....