Τετάρτη, 4 Οκτωβρίου 2017

«Κάνε κάτι τώρα»


Σὰν νά ’ταν χθές, καὶ ἂς ἔχουν περάσει ἀπὸ τότε 10 χρόνια. Ὅλα τὰ θυμᾶται τόσο ζωντανὰ ὁ Ἀρσένιος. Πήγαινε τότε στὴν Γ΄ Λυκείου. Ἑτοιμαζόταν γιὰ τὶς Πανελλήνιες. Μὲ πόθο καὶ πάθος μεγάλο γιὰ τὴ Σχολὴ τῶν Χημικῶν Μηχανικῶν. Σὰν νά ’ταν χθές. Μόνος στὸ δωμάτιό του. Μὲ τὰ βιβλία ἀνοιχτὰ στὸ τραπέζι νὰ προσπαθεῖ νὰ διαβάσει, ἐνῶ μέσα στὴν ψυχή του ὁ βουβὸς πόνος. Ἕνα «γιατί;», ἕνα παράπονο στὸ Θεὸ γιὰ τὸν στεναγμὸ τῆς μάνας του ποὺ τὸν ἄκουγε ἀπὸ τὸν τοῖχο τοῦ διπλανοῦ δωματίου. Ἦταν στεναγμοὶ ἀπὸ βαρὺ πόνο. Τοῦ καρκίνου τὸν πόνο, ποὺ τρώει τὰ σωθικὰ τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸν λειώνει ἀργά-ἀργά. Καὶ ἄκουγε τοὺς ἀναστενα­γμοὺς τῆς μάνας ποὺ τέλειωνε ἀπὸ μέ­ρα σὲ μέρα τὴν ἐπίγεια ζωή της στὰ 43 της χρόνια, τῆς ἀγαπημένης μανούλας του, τῆς Ἐλπινίκης. Καὶ ἦταν γι’ αὐτὸν ὁ μόνος ἄνθρωπος πάνω στὴ γῆ ποὺ μποροῦσε ὅλα νὰ τῆς τὰ λέει σὲ κάθε στιγμὴ καὶ σταθμὸ τῆς ζωῆς του.
Καὶ τώρα ποιὸν ὁ Ἀρσένιος θά ᾿χει γιὰ νὰ μιλάει;... Κανέναν!
Ἡ μάνα ἔφυγε, πέταξε στὸν οὐρανό. Τὴν ἔκλαψε στὴν κηδεία της ἀμέτρητο πλῆθος κόσμου. Γιατὶ δὲν ἦταν μόνο ἡ μάνα τῶν 8 παιδιῶν της, ἀλλὰ καὶ ἡ μάνα ἑκατοντάδων ἀνθρώπων ποὺ εἶχε κατηχήσει καὶ παρηγορήσει μὲ λόγο καὶ ἔργα στὰ Ἱδρύματα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ μάνα δὲν πρόλαβε νὰ δεῖ τὴ χαρὰ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ 5ου παιδιοῦ της, τοῦ Ἀρσένιου. Τὴν εἶδε ὅμως ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσε αὐτὸ στὸν Ἀρσένιο. Ἤθελε νὰ τὴν βλέπει, νὰ δέχεται τὸ χάδι της καὶ νὰ τῆς ἐμπιστεύεται τὰ μυστικὰ τῆς καρδιᾶς του.
Καὶ τώρα; Τί νὰ τὴν κάνει τὴν ὡραία ἐπιτυχία του στὴ Σχολὴ τῆς ἐπιλογῆς του ὁ Ἀρσένιος; Τώρα θὰ γράφει μελαγχολικοὺς στίχους μὲ ἀλληγορία θαυμαστή, ποὺ μόνος ὁ ἴδιος θὰ μπορεῖ νὰ ἑρμηνεύει. Καὶ θὰ τοὺς παίζει στὴν ἀγαπημένη του κιθάρα καὶ θὰ αὐτοπαρηγοριέται. Βέβαια στὸ Θεὸ στηριζόταν καὶ Τὸν ἀγαποῦσε ἀπὸ μικρὸς ὁ Ἀρσένιος. Ἀλλὰ τώρα αὐτὴ ἡ ἀγάπη κλονιζόταν. Ἔμπαινε σὲ διαδικασία σιωπηλῆς ἀντίδρασης. Δεχόταν φίλους λίγους, μετρημένους στὰ δάκτυλα. Μόνο μ’ αὐτοὺς ἔβγαινε καὶ χαλάρωνε μὲ ἀτέλειωτες ἤρεμες φιλοσοφικὲς συζητήσεις σὲ ἀπόμερα ἥσυχα κεντράκια.
Ὅμως αὐτὴ ἡ ζωή, ὅσο καὶ νὰ ξεκούρα­ζε τὸ νεαρὸ φοιτητή, τοῦ ἄφηνε ἕνα κενό.
Ἀλλὰ καὶ ἡ Σχολή του τῶν Χημικῶν Μηχανικῶν, ἡ τόσο γι’ αὐτὸν στὴν ἀρχὴ συναρπαστική, ξαφνικὰ ἔπαυσε νὰ ἔχει ἐν­διαφέρον. Χρόνο μὲ τὸν χρόνο γινόταν κουραστική. Ἀραίωνε τὶς παρακολου­θήσεις. Ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὰ ἐργαστήρια. Μόνο στὴν περίοδο τῆς ἐξεταστικῆς ἔκανε δυνατὲς προσπάθειες, μὲ ἐλάχιστα ὅμως ἕως καὶ μηδενικὰ ἀποτελέσματα. Καὶ τότε ἦταν ποὺ τὸν ἔπνιγε μιὰ σκέψη: πὼς ὁ ἴδιος εἶχε προδώσει τὰ ὄνειρά του. Ἔβλεπε τὰ ἀδέλφια του νὰ τελειώνουν τὶς Σχολές τους, καὶ αὐτὸς ἔμενε πίσω. Παγωμένος, ἀνόρεκτος, ἀδιάφορος γιὰ τὴ Σχολή του. «Ἐγὼ δὲν θὰ τὴν τελειώσω ποτέ», ἔλεγε. Καὶ ὅταν οἱ φίλοι του τὸν ρωτοῦσαν: «Πῶς τὰ πᾶς μὲ τὴ Σχολή σου;», ἐκεῖνος ντρεπόταν καὶ ἄλλαζε κουβέντα...
Εἶχαν περάσει 10 χρόνια ἀπὸ τὴν εἴσοδό του στὸ Πανεπιστήμιο. Οἱ περισσότεροι συμφοιτητές του ἦταν τώρα φτασμένοι ἐπιστήμονες. Καὶ αὐτός, ὁ Ἀρσένιος, ἔμεινε πίσω τελευταῖος. Χωρὶς μητέρα, χωρὶς πτυχίο, χωρὶς πίστη δυνατὴ ποὺ νὰ καλύπτει τὸ κενὸ καὶ νὰ τὸν γεμίζει μὲ ἐλπίδα νίκης.
Καὶ τώρα... σήμερα ὁ Ἀρσένιος σὰν νὰ ξύπνησε ἀπὸ ἕνα λήθαργο. Μιὰ δύναμη ἀνεξήγητη τὸν ἔσπρωχνε νὰ κάνει κάτι μεγάλο. Νὰ πάει στὸν ἅγιο Ἀνδρέα, τὸν Προστάτη καὶ Πολιοῦχο τῆς πόλεώς του, καὶ ἐκεῖ μπροστὰ στὴν ἁγία Κάρα του νὰ κλάψει καὶ νὰ παρακαλέσει. Εἶχε ἀκόμα 28 μαθήματα καὶ 14 ἐργαστήρια γιὰ νὰ πάρει τὸ πτυχίο.
Ἔφερε τὰ βήματά του στὸ μεγαλοπρε­πὴ Ναό. Δὲν τὸν ἐνδιέφερε ὁ κόσμος τῶν προσκυνητῶν. Ἄναψε τὸ κερί του καὶ βάδισε γοργὰ στὸ δεξιὸ κλίτος. Κοντοστάθηκε ὄρθιος στὸ τέλος τοῦ διαδρόμου, ἀμίλητος, ἀνέκφραστος μπροστὰ στὸ ἱερὸ κουβούκλιο τῆς ἁγίας Κάρας τοῦ ἀγαπημένου του ἁγίου Ἀνδρέα. Δὲν εἶχε κουράγιο γιὰ προσευχή. Πλησίασε. Ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ μιὰ βιαστικὴ μετάνοια. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἀσπαζόταν τὴν ἁγία Κάρα, ἔσταξαν δυὸ δάκρυά του καὶ πρόφερε μὲ μυστικὴ κραυγὴ στὸν Ἅγιο τρεῖς μόνο λέξεις: «Κάνε κάτι τώρα». Αὐτὸ μόνο μπόρεσε νὰ πεῖ. Τίποτ’ ἄλλο. Καὶ μετά;
Ὤ! Θαῦμα ἐκπληκτικὸ ἔγινε μετά. Τὸ πέπλο τὸ σκοτεινὸ ποὺ τὸν κάλυπτε, ἡ ὀμίχλη τῆς ἀπόγνωσης ποὺ τὸν ἔπνιγε ἔφυγαν. Ὅλα ἔφυγαν. Ἐξαφανίσθηκαν. Τὸ πνεῦμα του ζωογονήθηκε. Ἦρθε ἡ ὄρεξη γιὰ μελέτη. Καὶ ὁ Ἀρσένιος πίστεψε στὸ θαῦμα. Ἔφυγε ἀνάλαφρος. Πῆγε ἀμέσως μετὰ στὸ Σπουδαστήριο. Δὲν πρόλαβε νὰ καθίσει καὶ τὸν πλησίασε μιὰ παλιὰ γνωστή του ἀπὸ τὴ Σχολή, μεγαλύτερη στὰ χρόνια.
–Πῶς τὰ πᾶς, Ἀρσένιε;
–Χρωστάω πολλά: 28 μαθήματα καὶ 14 ἐργαστήρια.
–Καὶ ἐγὼ στὴν ἡλικία σου χρωστοῦ­σα πολὺ περισσότερα. Αὐτὲς τὶς μέρες πῆρα τὸ πτυχίο.
Τί ἦταν καὶ τοῦτο τὸ ἀναπάντεχο;
Θεία ἐνίσχυση ἀπὸ ἀνθρώπινη παρέμβαση. Τυχαῖο θὰ τὸ πεῖτε; Ἀλλὰ ὄχι, γιὰ τὸν Ἀρσένιο δὲν ἦταν τυχαῖο. Ἦταν συμ­πλήρωμα δυνάμεως στὸ θαῦμα τοῦ Ἁγίου. Καὶ μετὰ ἡ σπουδή, ἡ ὄρεξη, μιὰ βιάση ἅγια. Καὶ μιὰ νίκη μεγάλη. Σ’ ἕνα χρόνο ἀκριβῶς ἀπὸ τότε ποὺ προσευχήθηκε στὸν ἅγιο Ἀπόστολο Ἀνδρέα ὁ Ἀρσένιος κρατοῦσε τὸ πτυχίο στὰ χέρια.
Τότε ἦταν πού, μετὰ ἀπὸ χρόνια, ἔτρεξε στὸν Πνευματικό του, τὸν Πνευματικὸ τῶν παιδικῶν του χρόνων, γιὰ νὰ τοῦ τὰ ἀναγγείλει ὅλα μαζί.
Πρῶτα τὰ ἀμαρτήματά του ὅλα, ἕνα-ἕνα... καὶ μετὰ τὴ μεγάλη του εὐγνωμοσύνη στὸν ἅγιο Ἀνδρέα, τὸν Πολιοῦχο τῶν Πατρῶν, ποὺ τοῦ χάρισε τὸ πτυχίο. Καὶ ὁ Πνευματικός του συμπλήρωνε:
–Καὶ μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο Ἀνδρέα οἱ προσ­ευχὲς τῆς ἁγίας μανούλας σου, Ἀρσένιε. Ἀλλὰ καὶ ἡ δική σου ἐλεύθερη ἀνταπόκριση καὶ ἐπιμέλεια. Πάνω βέβαια ἀπ’ ὅλα ἡ ἀνύστακτη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα μας σοῦ ἔκαναν τὸ τρανὸ θαῦμα, Ἀρσένιε!
Ὁ νεαρὸς πτυχιοῦχος ἔφευγε συγκλονισμένος καὶ εὐτυχισμένος ὅσο ποτὲ ἄλ­λοτε. Σὲ μιὰ ἑβδομάδα θὰ πήγαινε στὸ Στρατό...

Πηγή: (Περιοδικό "Ὁ Σωτήρ", τ. 2161, Σεπτέμβριος 2017), Ὁ Σωτήρ