Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Δῶρα τῆς Παναγίας


Ὁ Παντελὴς μὲ τὴν πολύτεκνη οἰκογένειά του ζοῦσαν πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια σ’ ἕνα χωριὸ τῆς Φθιώτιδας. Ἄνεργος. Χτυποῦσε πολλὲς πόρτες γιὰ νὰ βρεῖ μιὰ δουλίτσα, μὰ ὅλες τελικὰ ἔκλειναν. Πάντα περνοῦσε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία τῆς Ὑπαπαντῆς νὰ ἀνάψει τὸ κεράκι του καὶ νὰ παρακαλέσει τὴν Παναγία νὰ βρεῖ κάποια δουλειά. Πίστευε πολὺ στὴν Παναγία, τὴν εἶχε προστάτιδά του.

Ὅταν ἡ οἰκογένειά του παραπονιόταν γιὰ τὴν οἰκονομική τους κατάσταση ἐ­κεῖ­νος ἔλεγε:

–Ὑπομονή, ἡ Παναγία δὲν μᾶς ξεχνᾶ, θὰ μᾶς βοηθήσει.

Ὁ καιρὸς περνοῦσε καὶ κάποτε ἡ σύζυγος ἔμεινε ἔγκυος. Ὅλοι οἱ συγγενεῖς τὴν πίεζαν νὰ ρίξει τὸ παιδὶ μὲ τὸ ἐπιχείρημα, πῶς θὰ τὸ μεγαλώσει;

–Μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα σου παιδιὰ θὰ πεθάνει καὶ αὐτό, τῆς ἔλεγαν.

Γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ ὅμως οὔτε συζήτηση δὲν ἤθελε τὸ ἀνδρόγυνο.

–Ἡ Παναγία ποὺ φροντίζει γιὰ ὅλα, θὰ φροντίσει καὶ γι᾿ αὐτό, ἀπαντοῦσαν.

Ὁ καιρὸς περνοῦσε, ἡ φτώχεια καὶ ἡ δυστυχία χειροτέρευε. Ἕνα πρωί – ξημέρωνε ἡ γιορτὴ τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου – ἡ σύζυγος ξυπνάει τὸν ἄντρα της καὶ τοῦ λέει:

–Εἰδοποίησε τὴ μαμμή, γιατὶ γεννάω.

Σηκώνεται ὁ Παντελής, ἀνάβει τὸ πετρογκάζ, βάζει μιὰ κατσαρόλα μὲ νερὸ ἐπάνω καὶ βρίσκει ἕνα σεντόνι ἄσπρο μὲ δαντέλες ποὺ τῆς εἶχε δώσει ἡ μάνα της γιὰ προίκα. Τότε κάποιος χτυπάει τὸ παράθυρο τοῦ σπιτιοῦ.

–Ποιὸς νά ᾿ναι ἆραγε τέτοια ὥρα; ἀναρωτιέται.

Πάει στὸ παράθυρο καὶ ἀνοίγει τὸ μάν­ταλο μὲ φόβο.

–Ἄνοιξε, τοῦ λέει μιὰ ἀντρικὴ φωνή, σὲ θέλω.

Ἀνοίγει μὲ ἐπιφύλαξη καὶ βλέπει τὸν γείτονά του, τὸν Γιώργη.

–Τί συμβαίνει, κυρ-Γιώργη;

–Μιὰ ἑταιρεία πετρελαίων ἀγγλικὴ θὰ πά­ρει ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτες. Ἔλα ὁ­πωσδήποτε μήπως φανεῖς τυχερὸς καὶ σὲ πάρουν.

Γυρνάει πίσω στὸ δωμάτιο καὶ βλέπει τὴ γυναίκα του στὸ κρεβάτι.

–Φεύγω, τῆς λέει. Πάω νὰ πῶ στὴ μαμ­μὴ νὰ ἔλθει νὰ σὲ βοηθήσει.

Ἡ μαμμὴ ἔμενε στὴν ἄκρη τοῦ χωριοῦ. Τρέχει καὶ τὴν ξυπνάει, τῆς δίνει τὸ κλειδὶ τοῦ σπιτιοῦ καὶ τῆς λέει:

–Πήγαινε ἀμέσως στὴ γυναίκα μου. Τὴν ἔπιασαν οἱ πόνοι τῆς γέννας. Θὰ εἰδοποιήσω τὴν κουνιάδα μου. Τὰ παιδιὰ κοιμοῦνται.

Ἐνημέρωσε γυρνώντας καὶ τὴ κουνιάδα του γιὰ ὅλα καὶ τῆς εἶπε νὰ ξυπνήσει τὰ παιδιὰ καὶ νὰ τὰ πάει στὸ σχολεῖο. Καὶ ἔφυγε τρέχοντας γιὰ τὴν ἑταιρεία πετρελαίων.

Ἐκεῖ βλέπει πολὺ κόσμο: ἄνδρες, γυναῖ­κες, νέα παιδιά, μιὰ τεράστια οὐρά.

Ἐν τῷ μεταξὺ μὲ τὶς φροντίδες τῆς μαμ­μῆς γεννήθηκε ἕνα χαριτωμένο ἀγοράκι.

Ἡ κουνιάδα φρόντισε νὰ ἑτοιμάσει τὸ μεσημεριανὸ φαγητὸ τῶν παιδιῶν ποὺ θὰ ἐρχόντουσαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο.

Ὁ Παντελὴς ἦλθε τὸ ἀπόγευμα στὸ σπίτι χαμογελαστὸς καὶ μὲ ἕνα χαρτὶ στὸ χέρι.

–Εἶδες, γυναίκα; τῆς λέει. Σήμερα ἀποκτήσαμε ἕνα ἀκόμη ἀγοράκι καὶ ἡ Παναγία, ποὺ γιορτάζουμε σήμερα τὰ Εἰσόδιά της, μᾶς βρῆκε καὶ δουλειά. Ἡ Παναγία καὶ πάλι μᾶς βοήθησε. Μᾶς χάρισε δυὸ δῶρα!

Πέρασε ἕνας χρόνος ἀπὸ τότε. Τὸ μι­κρὸ μεγάλωνε κανονικά. Κι ὁ Παντελὴς συν­έχιζε τὴ δουλειά του. Τὴν παραμονὴ λοιπὸν τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων βγάζει ἀπὸ τὴν ντουλάπα τους ἕνα κοστούμι, τὸ γαμπριάτικό του, βρίσκει καὶ καθαρὸ πουκάμισο καὶ λέει στὴ σύζυγό του:

–Αὔριο δὲν θὰ πάω στὸ ἐργοστάσιο. Ἑτοίμασε καὶ τὰ παιδιὰ καὶ θὰ πᾶμε ὅλοι μαζὶ στὴν ἐκκλησία.

–Μὰ θὰ σὲ ἀπολύσουν ἂν δὲν πᾶς στὴ δουλειά, τοῦ λέει διστακτικὰ ἐκείνη.

–Ἂς πᾶμε, καὶ ὁ Θεὸς βοηθός, ἀπαντᾶ ἐκεῖνος.

Πῆγαν στὴν ἐκκλησία καὶ γύρισαν στὸ σπίτι χαρούμενοι. Ὑπῆρχε ὅμως ἀνησυ­χία σὲ ὅλους γιὰ τὸν φόβο τῆς ἄλλης ἡ­μέ­ρας ἐκτὸς ἀπὸ τὸν πατέρα, ποὺ ἦταν ἤ­­ρεμος.

Ξημέρωσε ἡ ἑπόμενη ἡμέρα καὶ ὁ Παν­τελὴς πῆγε στὸ ἐργοστάσιο. Τὸν περιτριγύρισαν οἱ συνάδελφοί του καὶ τοῦ ἔλεγαν εἰρωνικά:

–Μήπως κι ἐσὺ χθὲς δὲν ἦρθες γιατὶ ἔθαψες τὴν μάνα σου; Αὐτὸ ἔλεγαν συν­ήθως γιὰ νὰ δικαιολογηθοῦν ὅσοι ἀπουσίαζαν ἀδικαιολόγητα ἀπὸ τὴ δουλειά.

Ὁ Παντελὴς δὲν ἀπάντησε, τοὺς κοίταξε μόνο καὶ ἀμέσως ἄρχισε νὰ δουλεύει. Σὲ λίγο ἔρχεται ὁ Ἕλληνας διευθυντὴς καὶ μὲ αὐστηρὸ ὕφος τοῦ λέει:

–Ἔλα ἀμέσως στὸ γραφεῖο τῆς Διευθύνσεως. Σηκώθηκε, ἔβαλε τὸ σακάκι του καὶ ἀνέβηκε στὸ γραφεῖο τοῦ Ἄγγλου γενικοῦ διευθυντῆ. Μπαίνει μέσα, χαιρετάει μὲ εὐγένεια καὶ περιμένει. Ἀναλαμβάνει νὰ κάνει τὴν ἀνάκριση ὁ Ἕλληνας διευθυντής.

–Ποῦ ἦσουν χθὲς καὶ ἐγκατέλειψες τὴ δουλειά σου; τὸν ρωτάει.

–Ὅπως ξέρετε, κύριε Διευθυντά, χθὲς ἦταν μεγάλη ἑορτὴ γιὰ τοὺς Ἕλληνες Ὀρθοδόξους. Ἦταν τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ἐγὼ τιμῶ καὶ σέβομαι τὴν Ὑπερ­αγία Θεοτόκο, γιατὶ στὴ ζωή μου καὶ στὴν οἰκογένειά μου μᾶς ἔχει προστατέψει πολ­λὲς φορές. Θεωρῶ χρέος μου νὰ ἀφιε­ρώνω κάθε χρόνο αὐτὴ τὴν ἡμέρα στὴν Παναγία καὶ μαζὶ μὲ τὴν οἰκογένειά μου πήγαμε στὴν ἐκκλησία καὶ τὴν εὐχαριστήσαμε γιὰ ἕνα θαῦμα ποὺ ἔκανε σὲ μένα.

Σηκώνει τὸ δεξὶ χέρι του καὶ λέει ὅτι ἀπὸ κάποιο ἀτύχημα κινδύνευσε νὰ τοῦ τὸ κόψουν ἀπὸ ψηλὰ καὶ τελικὰ γλύτωσε. Καὶ κάθε χρόνο πηγαίνει στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Θεό. Πέρσι μάλιστα τὴν ἴδια μέρα ἀπέκτησε καὶ ἕκτο παιδί. Καὶ πῆγε στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ εὐχαριστήσει καὶ γι’ αὐτὸ τὸν Θεό. Παραδέχθηκε ὅτι ἦταν λάθος του ποὺ δὲν τοὺς τὸ εἶχε πεῖ ἀπὸ προχθές, καὶ ζήτησε συγγνώμη. Ὁ Ἕλληνας διευθυντής μετέφραζε στὸν Ἄγγλο διευθυντὴ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ ἐργάτης του.

Σηκώνεται ὄρθιος ὁ Ἄγγλος διευθυντής, τὸν κοιτάζει στὰ μάτια, μένει μερικὰ λεπτὰ σιωπηλὸς καὶ λέει στὰ Ἀγγλικὰ στὸν Ἕλ­ληνα διευθυντή:

–Μὴν τοῦ κόψετε τὸ χθεσινὸ ἡμερομίσθιο καὶ κάθε χρόνο νὰ τοῦ δίνετε ἄδεια γιὰ νὰ πηγαίνει τὴ μέρα αὐτὴ στὴν ἐκκλησία καὶ νὰ ἑορτάζει τὰ θαύματα ποὺ τοῦ ἔκανε ἡ Παναγία.

Ὁ Παντελὴς εὐχαρίστησε συγκινημένος τὸν διευθυντὴ καὶ πῆγε στὴ δουλειά του. Τὸ ἀπόγευμα ὅταν γύρισε στὸ σπίτι εἶπε στὴ γυναίκα του τρισχαρούμενος:

–Παναγιώτα, ἡ Παναγία ἔκανε πάλι τὸ θαῦμα της! Ὄχι μόνο δὲν μοῦ ἔκοψαν τὸ ἡμερομίσθιο, ἀλλὰ φώτισε τὸν Διευθυντὴ νὰ πάρει τὴν ἀπόφαση νὰ ἔχω κάθε χρόνο τὴν ἡμέρα τῆς Παναγίας ἄδεια μετ’ ἀποδοχῶν. Εἶδες, γυναίκα μου, τί εὐλογία μᾶς ἔστειλε ἡ Παναγία μας μὲ τὸ ἕκτο παιδάκι ποὺ ἀποκτήσαμε;


–Ἦταν δῶρο της γιὰ τὸ νέο μωρό μας, ἄντρα μου! Σκέψου λοιπὸν πότε θὰ τὸ βαφτίσουμε. Μεγάλη ἡ Χάρη Της!

Πηγή: (Περιοδικό "Ὁ Σωτήρ", τ. 2160, Αὔγουστους 2017), O Σωτήρ