Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Η οσία Κασσιανή η υμνογράφος, μια παρεξηγημένη αγία…

Αγία Κασσιανή η υμνογράφος (437x640)

Για τη μεγάλη βυζαντινή ποιήτρια, που η ζωή της μοιάζει σαν παραμύθι,για τη μεγάλη αυτή  φυσιογνωμία, την οσία Κασσιανή, αυτό το αφιέρωμα

Το όνομά της είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τροπάριο που ακούγεται τη Μ. Τρίτη σε όλους τους χριστιανικούς ναούς. Είναι ένα συγκλονιστικό τροπάριο που έγραψε και μελοποίησε η Κασσιανή αυτή η σοφή αυτή υμνωδός και αφορά την αμαρτωλή του Ευαγγελίου που την γλίτωσε ο Χριστός από το λιθοβολισμό και που δυστυχώς πολλοί αυθαίρετα ταύτισαν την οσία με το περιεχόμενο αυτού του ύμνου. Πολλές μυθιστορικές και φανταστικές ιστορίες υφάνθηκαν γύρω από το όνομά της εξ αιτίας αυτού του τροπαρίου που όμως δε βασίζονται στην ιστορική αλήθεια.

Η Οσία Κασσιανή (ή Κασσία ή Ικασία ή Εικασία) η Υμνογράφος γεννήθηκε μεταξύ του 805 και του 810 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη και έζησε στα χρόνια του βασιλιά Θεοφίλου (829 -842 μ.Χ.).Σύμφωνα με τα βιογραφικά της στοιχεία που αναφέρουν οι βυζαντινοί χρονογράφοι όπως ο Γεώργιος ο Αμαρτωλός, ο Συμεών, ο Μάγιστρος και κάποιοι άλλοι, η Κασσιανή ήταν ωραιοτάτη σεμνή και από αρχοντική καταγωγή και την ενδιέφεραν πολύ τα γράμματα. Άλλωστε για όλες αυτές τις χάρες της διαλέχθηκε από τη μητέρα του Θεόφιλου ανάμεσα σε άλλες εκλεκτές βυζαντινές κόρες, για υποψήφια νύμφη του Θεόφιλου. Σίγουρα ήταν η επικρατέστερη. Όμως το σχέδιο του Θεού την προόριζε για πολύ ανώτερο ρόλο από εκείνον της αυτοκράτειρας.


Έτσι όταν έχασε το θρόνο υπερασπιζόμενη ουσιαστικά την Παναγία, πήγε σε μοναστήρι και αφοσιώθηκε στο Χριστό. Η Κασσιανή γεννήθηκε γύρω στο 805 μ.Χ. Για την προσωπικότητά της γράφει ο Κρουμβάχερ, ο οποίος θεωρείται ως πατέρας της Ιστορίας της βυζαντινής λογοτεχνίας, τα ακόλουθα: «Η Κασσιανή υπήρξε η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια. Προσωπικότητα ενδιαφέρουσα και σαν άτομο και σαν λογοτέχνης. Παρουσιάζεται στη ζωή της με απλότητα, αξιοπρέπεια και θάρρος στο να διατυπώνει τις απόψεις της. Ήταν άλλωστε πολύ μορφωμένη. Βυζαντινός χρονογράφος την παρουσιάζει ως «ωραίαν, αγνήν, σοφήν, παρθένον, φιλοσοφούσαν και τω θεώ μένον ζώσαν». Τη συναντούμε δε μέσα από χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων και ποιητικών ανθολογιών του ένατου αιώνα.

Στο μοναχικό βίο της, στο μοναστήρι που η ίδια ίδρυσε, της δόθηκε η ευκαιρία να καλλιεργήσει το θείο ποιητικό της ταλέντο και να φιλοτεχνήσει θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους. Αναδείχθηκε με την πίστη της, με την ασκητική της ζωή και το Θείον Χάρισμα της ποίησης, αθάνατη υμνωδός της εκκλησίας. Κατά τις ώρες της προσευχής της και της κατάνυξης εμπνεύστηκε θαυμάσιους εκκλησιαστικούς ύμνους, τροπάρια ιδιόμελα και ειρμούς.

Το πιο γνωστό ανάμεσά τους είναι το τροπάριο για την ανώνυμη αμαρτωλή του Ευαγγελίου, που έμεινε με το όνομα «Τροπάριο της Κασσιανής». Η αμαρτωλή εκείνη γυναίκα που αφού την έσωσε από το λιθοβολισμό ο Χριστός της είπε: «πορεύου και από του νυν μηκέτι αμάρτανε» συνάντησε το Χριστό στη Βηθανία στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου. Είναι πια σεμνή και ηθική και πλησιάζει το Χριστό μ’ ευγνωμοσύνη, πλένει τα πόδια του με μύρο και με δάκρυα και τα σκουπίζει με τα ξέμπλεκα μαλλιά της, κλαίγοντας και ζητώντας το θεϊκό έλεος. Αυτό το κομμάτι του ευαγγελίου, αυτή η απλή και συγχρόνως πολύπλευρα βαθιά περιγραφή, συγκλόνισε την Κασσιανή και ξεχύθηκε από μέσα της αυτό το αριστούργημα που ψάλλεται κάθε χρόνο κατανυχτικά στις εκκλησίες μας, λίγο πριν τη Σταύρωση του Χριστού. Η μεγάλη αυτή ποιήτρια, υμνογράφος και μελωδός της εκκλησίας μας, η Αγία Κασσιανή, ταξίδεψε στην Ιταλία και την Κρήτη και κατέληξε στην Κάσο όπου το 890 μ.Χ. ετελείωσε η επίγεια ζωή της.

από το άρθρο της Tης ANNAΣ MAPΔA – KAPOYΣOY- ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ «ΑΛΗΘΕΙΑ»- 19/04/2006 εδώ


αρχείο λήψης (11)

****

Παρεξηγηµένη Αγία

∆υστυχώς µερικοί τα λόγια του Τροπαρίου τα αποδίδουν στην ίδια την
Κασσιανή, που δήθεν ήταν αµαρτωλή µε περιπετειώδεις και αµαρτωλούς έρωτες µε
τον Αυτοκράτορα Θεόφιλο. ∆ιάφορoι µυθιστοριογράφοι, ανίκανοι να συλλάβουν το
µεγαλείο της και τυφλωµένοι από τη µέθη των παθών τους, προσπάθησαν να παρα-
χαράξουν την αλήθεια και να δηµιουργήσουν ένα µύθο, που δυστυχώς στάθηκε
ικανός να ξεγελάσει πολλούς. «Την ωραία, αγνή, σοφή παρθένο, τη φιλοσοφούσα και
τω Θεώ µόνω ζώσα», όπως γράφει Βυζαντινός χρονογράφος της εποχής της,
παρουσίασαν µε σκανδαλώδεις περιπέτειες και αµαρτωλή. Σύγχρονοι και νεώτεροι
χρονογράφoι, όπως ο Γλυκάς, Πτωχοπρόδροµος, Κωδινός, Γεώργιος Αµαρτωλός,
Ζωναράς κ.λπ. που έγραψαν για τη ζωή της Κασσιανής, αναφέρουν ότι ήταν απλώς
µια υποψήφια νύφη για τον αυτοκράτορα Θεόφιλο.
Τίποτε δεν υπήρξε περισσότερο µεταξύ Κασσιανής και Θεόφιλου ούτε πριν,
ούτε µετά τη στιγµή που το χρυσό µήλο δόθηκε στη συνυποψήφιά της νύφη
Θεοδώρα. Έτσι η σπουδαία αυτή µορφή της Οσίας Κασσιανής για πολύ κόσµο είναι
παρεξηγηµένη και αδικηµένη, όπως και η άλλη µεγάλη Αγία Μαρία Μαγδαληνή, που
ενώ δεν υπήρξε τίποτε το αµαρτωλό στη ζωή και της µιας και της άλλης από πολλούς
(είτε από άγνοια, είτε από κακή προαίρεση), παρουσιάζονται σαν αµαρτωλές – πόρνες
γυναίκες µε φανταστικές και βλάσφηµες ιστορίες…
ολόκληρο το ενδιαφέρον άρθρο για την αγία στο
http://www.imodigitrias.gr/Arthra/Kassiani_1.pdf


****

αρχείο λήψης (12) 

Για τον τρόπο εκλογής Αύγούστας από τον αυτοκράτορα Θεόφιλο, καί την μη επιλογή της Κασσιανής, ό λογοτέχνης καί συγγραφέας κ. Κ. Σαρδελής αναφέρει μεταξύ άλλων:
από το βιβλίο «Καί έγένετο φως Κύριλλος καί Μεθόδιος» Εκδόσεις «Αστέρας» 1991 σ. 99-103 πηγή
.
«Πήρε το χρυσό μήλο ό Θεόφιλος καί μαζί με την μητρυιά του μπήκε στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής, οπού ήταν συγκεντρωμένες οι υποψήφιες καί όλοι οι παλατιανοί αξιωματούχοι. Όλοι υποκλίθηκαν μπροστά στο βασιλιά καί την βασιλομήτορα. Ό Θεόφιλος προχώρησε μόνος στο μέρος πού ήταν οι αρχοντοπούλες καί στάθηκε για λίγο σαν να ήταν έτοιμος να δώσει το χρυσό μήλο σε μια από τίς νέες. “Εμεινε εκεί καί όλοι τότε είπαν, ότι, να, ό Θεόφιλος θα δώσει το χρυσό μήλο στην νέα Αύγούστα την Εικασία, “ωραιότατη πάνυ”… Καί κείνη πίστεψε, για μια στιγμή, ότι σε λίγο θα ήταν ή Αυγούστα.
.
»…Όλοι δε πίστεψαν ότι ή εκλογή του Θεόφιλου ήταν οριστική. Τα δευτερόλεπτα πού περνούν είναι κρίσιμα… Γιατί άραγε ό Θεόφιλος δεν δίνει, επιτέλους το χρυσό μήλο στην Εικασία; Άλλαξε γνώμη; “Οχι. Ακόμη είναι εκεί. Μπροστά της. Καί την κοιτάζει μ’ ένα τρόπο παράξενο, αλλόκοτο σα να βλέπει κάποιο όραμα. Σάν κάποιο φως από πάνω, από τον ουρανό, να του πήρε τη μιλιά, να τον κρατάει εκεί καί να μη μπορεί να προχωρήσει σε άλλη αρχοντοπούλα καί σε κείνη να δώσει το χρυσό μήλο. Άλλα δεν ήταν αυτό. Γιατί το μήλο ήταν σίγουρα δικό της. Της άνηκε. Γιατί οποιοσδήποτε μπορούσε να αδικήσει την Εικασία, ή Ιστορία όμως ποτέ. Ή Ιστορία, ωστόσο, εκείνη τη στιγμή ήταν ό Θεόφιλος. Αυτός κρίνει. Αυτός ανοίγει την χρυσή θύρα της σε κεϊνον ή σε κείνη πού θέλει. Ή Ιστορία πάει συχνά μαζί με την εξουσία. Πλάϊ-πλάϊ. Καί ή εξουσία είναι ό Θεόφιλος. Να τώρα θ’ ανοίξει τη θύρα της Ιστορίας να μπει ή Εικασία, μία από τίς ωραίες τούτες κόρες, τίς αρχοντοπούλες, πού πίσω τους ένας ολόκληρος κόσμος, μεγάλες καί ένδοξες οικογένειες… περιμένουν την παράδοση του χρυσού μήλου στην ωραιότερη αρχοντοπούλα.
.
»…Άλλά το υφός του Θεοφίλου γίνεται ξαφνικά υπεροπτικό, προκλητικό… Της Εικασίας το πρόσωπο γαλήνιο, ήρεμο, πράο. Σά να προσεύχεται.. Ό,τι αποφασίσει ό Θεός… Οι άλλοι πιστεύουν, ότι αυτό οφείλεται στη σιγουριά, ότι αύτη θα κάνει γυναίκα του ό Θεόφιλος. “Η σίγουρη για την εκλογή της είναι ή τίποτε άλλο συμβαίνει. Ποιος μπορεί να το γνωρίζει. Αυτή είναι μια άλλη στιγμή. Έξω από τη ζωή. Της αίωνιότητος…
-Από τη γυναίκα πηγάζουν τα κακά,της λέει ξαφνικά ό Θεόφιλος, εννοώντας την Εύα.
-Ναι, αλλά καί από την γυναίκα πηγάζουν τα καλά, αποκρίνεται ή Εικασία με την ηρεμία της εκούσιας Μάρτυρος στο βασανιστή της. Καί εννοούσε την Τπεραγία Θεοτόκο.
Σά να έπεσε αστροπελέκι μέσα στην αίθουσα. Όλοι πάγωσαν.
»…Δέν πέρασε όμως ούτε στιγμή. Ό Θεόφιλος,κοιτάζοντας πάντοτε την Εικασία, δίνει το χρυσό μήλο στη Θεοδώρα(Η μετέπειτα Αγ.Θεοδώρα η Αυγούστα) Όλοι ξέσπασαν σε ζητωκραυγές. Στίς ίδιες πού ήταν έτοιμες να ξεσπάσουν καί για την Εικασία. Μόνο το όνομα άλλαξαν. Καί ή ζωή ξαναπήρε, μέσα στο παλάτι,το δρόμο της. “Ετσι θέλησε ό Θεός, έτσι έγινε.
.
»Ή Θεοδώρα άνηκε στίς πρώτες τίς αρχοντοπούλες. Καί το θρόνο τον χρωστάει στην εξυπνάδα μιας άλλης γυναίκας, της Εικασίας (Κασσιανής). Χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει, ότι ή ίδια είναι κουτή.
»…Κι όλα πήραν το δρόμο του Θεοϋ. Όπως τα οικονομεί πάντοτε ή Χάρη Του. Ή Εικασία, ή ωραιότατη αρχοντοπούλα, αφιέρωσε την υπόλοιπη ζωή της στο Θεό. Εκείνη τη στιγμή, πού άλλη δεν έρχεται στη ζωή του ανθρώπου, άκουσε την κλήση Του. “Εικασία, ακολουθεί μοι. Τί ζητάς εσύ εδώ μέσα; Δεν είναι για σένα το παλάτι, τα πλούτη, τα αξιώματα, οί θρόνοι, ή πορφύρα. Ακολουθεί μοι”. Καί χωρίς να σκεφθεί τίποτε, τίποτε απολύτως, σα να το είχε κάμει χίλιες φορές, Τον ακολούθησε. “Εγινε μοναχή. Έκτισε μάλιστα δικό της μοναστήρι καί κει έζησε, μακριά άπ’ τον κόσμο, πολλά χρόνια γράφοντας ποιήματα. Ή ποίηση είναι μια σίγουρη πορεία προς το Θεό, προς τη θέωση, εύαγγελίζει τον άνθρωπο, τον ξαναγεννά, χωρίς το ρύπο της αμαρτίας. Ή ποίηση είναι άσκηση. Είναι ακραία άσκηση. Καί με την άσκηση το άπ’ έξω κάλλος, ή ωραιότητα, ή έμορφιά, περνάει από μέσα από το πετσί… καί σιγά-σιγά λα γίνονται ποίηση καί πνεύμα Θεοΰ. “Κύριε ή εν πολλαϊς άμαρτίαις περιπεσουσα γυνή”» (Κ. Σαρδελή «Καί έγένετο φως Κύριλλος καί Μεθόδιος» Εκδόσεις «Αστέρας» 1991 σ. 99-103).


****

Κασσιανή3


Πηγή: Αντέχουμε...