Κυριακή, 26 Μαρτίου 2017

Ὁ Καποδιστριας ἀπαντᾶ στοὺς εὐρωλιγούρηδες: "Ὁ φιλήκοός τῶν ξένων εἶναι προδότης!"


11 Ἰανουαρίου 1828 ὁ Καποδίστριας ἀπεβιβάσθη στὴν Αἴγινα. Ο Γ. Τερτσέτης στὰ «Ἀπολογὰ γιὰ τὸν Καποδίστρια» περιγράφει συνομιλία τοῦ Κυβερνήτη μὲ τὸν Γεωργάκη Μαυρομιχάλη:
«Εἶναι καιροὶ ποῦ πρέπει νὰ φοροῦμε ὅλοι ζώνη δερματένια καὶ νὰ τρῶμε ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριο. Εἶδα πολλὰ εἷς τὴν ζωή μου, ἀλλὰ σὰν τὸ θέαμα ὅταν ἔφθασα ἐδῶ εἰς τὴν Αἴγινα δὲν εἶδα τί παρόμοιο ποτέ, καὶ ἄλλος νὰ μὴν τὸ ἰδῆ… «Ζήτω ὁ κυβερνήτης ὁ σωτήρας μας, ὁ ἐλευθερωτής μας!» ἐφώναζαν γυναῖκες ἀναμαλλιάρες, ἄνδρες μὲ λαβωματιὲς πολέμου, ὀρφανὰ κατεβασμένα ἀπὸ τὶς σπηλιές.

Μαυροφορεμένες γυναῖκες, γέροντές μου ἐζητοῦσαν νὰ ἀναστήσω τοὺς πεθαμένους τους, μανάδες μοῦ ἔδειχναν εἰς τὸ βυζὶ τὰ παιδιά τους καὶ μοῦ ἔλεγαν νὰ τὰ ζήσω καὶ ὅτι δὲν τοὺς ἀπέμειναν παρὰ ἐκεῖνα κι ἐγὼ καὶ μὲ δίκαιό μου ἐζητοῦσαν ὅλα αὐτά, διότι ἐγὼ ἦλθα καὶ σεῖς μὲ προσκαλέσατε νὰ οἰκοδομήσω, νὰ θεμελιώσω κυβέρνησιν καὶ κυβέρνησις καὶ ὡς πρέπει ζεῖ, εὐτυχεῖ τοὺς ζωντανούς, ἀνασταίνει καὶ....
ἀποθαμένους διατὶ διορθώνει τὴν ζημία τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἀδικίας. Δὲν ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ζεῖ τὸ ἔργο του, καρποφορεῖ, ἂν ὁ διοικητὴς εἶναι δίκαιος, ἂν τὸ κράτος ἔχη συνείδησι, εὐσπλαχνία, μέτρα σοφίας.
“…Ὡς ψάρι εἰς τὸ δίχτυ σπαράζει εἷς πολλοὺς κινδύνους ἀκόμη ἢ ἑλληνικὴ ἐλευθερία. Μοῦ ἐδώσατε τοὺς χαλινοὺς τοῦ κράτους. Τίνος κράτους; Μετροῦμε εἷς τα δάκτυλα τὴν ἐπικράτειάν μας. Τ’ Ἀνάπλι, τὴν Αἴγιναν, Πόρο, Ὕδρα, Κόρινθο, Μέγαρα, Σαλαμίνα. Ὁ Ἰμπραΐμης κρατεῖ τὰ κάστρα καὶ τὸ μεσόγειό τῆς Πελοποννήσου, ὁ Κιουτάγιας τὴν Ρούμελη, πολλὰ νησιὰ βασανίζονται ἀπὸ αὐτεξούσιο στρατὸ καὶ ἀπὸ πειρατείαν, τὰ δύο μεγάλα πολεμικὰ καράβια μᾶς εἶναι ἀραγμένα ξαρμάτωτα εἰς τὸν Πόρο, ἡ Ἀθήνα ἔφαγε πέρυσι τοὺς ἀνδρειότερους τῶν Ἑλλήνων. Ποῦ τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ ἔθνους; Ἀκούω ἐπουλήσατε καὶ τὴν δεκατία τοῦ φετεινοῦ ἔτους πρὶν σπαρθῆ ἀκόμα τὸ γέννημα, ὁ τόπος εἶναι χέρσος, σπάνιοι οἱ κάτοικοι; σκόρπιοι εἷς τα βουνὰ καὶ εἰς τὰ σπήλαια. Τὸ δημόσιο εἶναι πλακωμένο ἀπὸ δυὸ ἑκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, ἄλλα τόσα ζητοῦν οἱ στρατιωτικοί, ἡ γῆ εἶναι ὑποθηκευμένη εἷς τους Ἄγγλους δανειστᾶς, ἀνάγκη νὰ τὴν ἐλευθερώσωμε μὲ τὴν ἴδια ἀπόφασι ὡς τὴν ἐλευθερώσαμε καὶ ἀπὸ τὰ ἅρματα τοῦ Κιουτάγια καὶ τοῦ Αἰγυπτίου.
Δὲν λυποῦμαι, δὲν ἀπελπίζομαι, προτιμῶ αὐτὸ τὸ σκῆπτρο τοῦ πόνου καὶ τῶν δακρύων παρὰ ἄλλο. Ὁ θεός μου τάδωσε, τὸ παίρνω, θέλει νὰ μὲ δοκιμάση. Εἶμαι ἀπὸ τὴ φυλή σας, εἷς ἕνα μνῆμα μαζὶ μὲ σᾶς θὰ θαφτῶ, ὅ,τι ἔχω, ζωή,περιουσία, φιλίες εἷς τὴν Εὐρώπην, κεφάλαια γνώσεων ἀποκτημένα ἀπὸ τόσα θεάματα καὶ ἀκροάματα συμβάντων τοῦ κόσμου εἷς τὰς ἡμέρας μου, τὰ ἀφιερώνω εἷς τὴν κοινὴν πατρίδα…
Κατεβαίνω πολεμιστὴς εἷς το στάδιον, θὰ πολεμήσω ὡς κυβέρνησις, δὲν λαθεύομαι τὸν ἔρωτα τῶν προνομίων ποῦ εἶναι φυτευμένες εἷς ψυχὲς πολλῶν, τὰ ὀνειροπολήματα τῶν λογιωτάτων, ξένων πρακτικῆς ζωῆς, τοφιλύποπτο, κυριαρχικὸ καὶ ἀνήμερο ἀλλοεθνῶν ἀνδρῶν. Ἡ νίκη θὰ εἶναι δική μας, ἂν βασιλεύση εἷς τὴν ἀκαρδίαν μᾶς μόνο το αἴσθημα τὸ ἑλληνικό, ὁ φιλήκοος τῶν ξένων εἶναι προδότης.”.