Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Κοίταξέ με!


– Πατέρα, κοίτα! φώναξε γεμάτος καμάρι ὁ μικρὸς ποὺ ἔπαιζε μὲ τὸ τρενάκι πάνω στὶς ράγες τὶς ὁποῖες ὁ ἴδιος εἶχε συναρμολογήσει.

Ὁ πατέρας, ἀπασχολημένος στὸ γρα­φεῖο του, δὲν ἔδωσε σημασία.

– Μπαμπά!, ἐπανέλαβε ὁ μικρὸς μὲ πιὸ δυνατὴ φωνή. Δὲς τί ἔφτιαξα! Στράφηκε ὁ πατέρας πρὸς τὸ παιδί, εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὰ ἔργα του καὶ τοῦ χαμογέλασε.

Αὐτὸ ἦταν. Ἱκανοποιημένος ὁ μικρὸς ἄφησε τὸ παιχνίδι κι ἄρχισε τὴ ζωγρα­φική. Ἔπιασε κάπως ἀδέξια τὸν μαρκαδόρο καὶ ξεκίνησε νὰ χαράσσει ἀκα­νόνιστα σχήματα πάνω στὸ χαρτί. Ὕστε­ρα τὸ συμπλήρωσε μὲ διάφορα χρώματα καὶ τὸ κοίταξε γεμάτος χαρά. Δὲν τοῦ ἔφτανε ὅμως αὐτό. Ἤθελε νὰ τὸ δεῖ κι ὁ πατέρας. Ἔτρεξε καὶ τὸν βρῆκε νὰ γράφει στὸν ὑπολογιστή. Τοῦ ἔδειξε τὴν παιδικὴ ζωγραφιά. Δὲν ζητοῦσε πολλά. Μόνο ἕνα βλέμμα:– Πατέρα, κοίτα!  


*** 

Τί περίμενε τὸ μικρὸ ἀγόρι ἀπὸ τὸν πατέρα του;... Τίποτε δύσκολο. Κάτι πολὺ ἁπλὸ ἀλλὰ ἐξαιρετικὰ σημαντικό. Ἕνα βλέμμα. Λίγο ἐνδιαφέρον.

Αὐτὸ τὸ βλέμμα σήμαινε πολλὰ γιὰ τὸν μικρό: ἀναγνώριση καὶ ἐπιβράβευση, ἀσφάλεια καὶ σιγουριά, χαρὰ καὶ ἱκανοποίηση.

Ἂν οἱ μεγάλοι ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγ­κη καὶ ἐπιδιώκουν τὸν ἔπαινο καὶ τὴν ἀναγνώριση, πόσο μᾶλλον ἕνα μικρὸ παιδί! Τὸ παιδί, λόγῳ τῆς ἡλικίας του, στερεῖται πείρας, γνώσεων καὶ σωματικῶν ἱκανοτήτων. Καθὼς βρίσκεται στὰ πρῶτα βήματα τῆς ζωῆς του, ὅλα τοῦ εἶναι πρωτόγνωρα. Ἔχει ἀνάγκη λοιπὸν ἀπὸ κάποια ἐπιβεβαίωση. Νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι προχωρᾶ σωστά. Ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἐνθάρρυνση ποὺ θὰ τοῦ δώσει ὤθηση γιὰ νὰ συνεχίσει νὰ δημιουργεῖ, νὰ ἀναλαμβάνει πρωτοβουλίες, νὰ πειραματίζεται. Ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ στοργικὴ καὶ διακριτικὴ παρακολούθηση ποὺ θὰ τοῦ παρέχει μὲν αἴσθημα ἀσφαλείας, θὰ τοῦ ἀφήνει δὲ καὶ περιθώρια νὰ αὐτενεργεῖ, ὥστε νὰ μὴν καταπνίγεται ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ προστασία. Θέλει τοὺς γονεῖς του νὰ εἶναι κοντά του, νὰ τοῦ ἀφιερώνουν χρόνο καὶ νὰ ἀσχολοῦνται μαζί του, γιὰ νὰ αἰσθάνεται ὅτι τὸ ἀγαποῦν, ὅτι τοῦ δίνουν ἀξία.

Φαίνεται ἀσήμαντο τὸ νὰ γυρίσει νὰ κοιτάξει ὁ πατέρας τὸν γιό του ποὺ παίζει ἢ ζωγραφίζει, καὶ νὰ ἀπασχοληθεῖ μαζί του. Κι ὅμως εἶναι τόσο σημαντικό! Ἡ ψυχολογία διδάσκει ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ δὲν ἔχει κάποια ἐνθάρρυνση ἢ ἐπιβράβευση ἀπὸ τὸ περιβάλλον του, ἀναπτύσσει αἰσθήματα μειονεξίας, ὁδηγεῖται σταδιακὰ στὴν ἀπομόνωση καὶ στὴν περιθωριοποίηση, καὶ στὴν ψυχὴ του δημιουργοῦνται ἀρνητικὰ ἢ καὶ ἐχθρικὰ συναισθήματα πρὸς τοὺς ἄλλους. Τὸ βλέπουμε ἀκόμη καὶ στὰ πολὺ μικρὰ παιδιά: ὅταν οἱ μεγάλοι δὲν τοὺς δίνουν σημασία, προσπαθοῦν νὰ τραβήξουν τὴν προσοχὴ ἀκόμη καὶ μὲ κάποια ἐνέργεια ποὺ θὰ τὰ βάλει σὲ κίνδυνο ἢ θὰ ἐπιφέρει ἐπίπληξη καὶ τιμωρία. Εἶναι κρίμα ὅμως, οἱ μεγάλοι νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὰ παιδιὰ μόνο ὅταν πρέπει νὰ τὰ μαλώσουν καὶ νὰ τοὺς μιλᾶνε μόνο ὅταν ἔχουν νὰ τοὺς κάνουν παρατήρηση! Εἶναι ὀλέθριο γιὰ τὴν ψυχικὴ ὑγεία τοῦ παιδιοῦ νὰ ἀπουσιάζει ἐντελῶς ἡ ἐνθάρρυνση καὶ ὁ δίκαιος ἔπαινος.

Ὑπογραμμίζουμε τὸν δίκαιο ἔπαινο, διότι ὁρισμένοι ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρο στὸ ἄλλο, δηλαδὴ στὴν πληθωρικὴ χρήση ἐπαίνων καὶ σὲ ἐκφράσεις ὑπερβολικὲς ποὺ δὲν ἀνταποκρίνονται στὴν πρα­γματικότητα. Αὐτὸ ὅμως τελικὰ δὲν ὠφελεῖ καὶ δὲν εὐχαριστεῖ τὸ παιδί, τὸ ὁποῖο, καθὼς μεγαλώνει, διαισθάνεται τὸν ψεύτικο ἔπαινο καὶ ἀντιδρᾶ, διότι νιώθει ὅτι οἱ μεγάλοι δὲν τὸ ἀντιμετωπίζουν σοβαρὰ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν τὸ ἀξιολογοῦν καὶ σωστά.

Ἂς δείχνουμε λοιπὸν ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ παιδὶ ἀπὸ τὰ πρῶτα κιόλας βήματά του, ἀκολουθώντας το μὲ ὑπομονὴ καθὼς ἀναπτύσσεται. Ἂς μάθουμε νὰ τὸ ἐπαινοῦμε μὲ διάκριση, νὰ τὸ παρακολουθοῦμε μὲ στοργή, νὰ τὸ ἐνθαρρύνουμε μὲ ἀγάπη. Ἂς τοῦ χαρίζουμε λίγο ἀπὸ τὸν χρόνο μας, ὅσο «πολύτιμος» κι ἂν εἶναι. Ὁ χρόνος κοντὰ στὸ παιδὶ εἶναι ἐπένδυση μὲ ἀπροσμέτρητα ὀφέλη γιὰ τὴν ψυχή του ἀλλὰ καὶ γιὰ ὅλη τὴν οἰκογένεια.

  ***  

Ὁ πατέρας εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ χαρτὶ μὲ τὴ ζωγραφιὰ ποὺ κουνοῦσε περήφανα στὸν ἀέρα ὁ μικρός. Σηκώθηκε ἀπὸ τὸ γραφεῖο του καὶ πλησίασε τὸν γιό του.– Τί ὡραῖο ποὺ τὸ ἔφτιαξες! Θέλεις νὰ συνεχίσουμε μαζί;...Ἕνα ἐπιφώνημα ἐνθουσιασμοῦ γέμισε τὸ σπίτι. Ὁ μικρὸς ἦταν τρισευτυχισμένος. Ὁ πατέρας ὄχι ἁπλῶς τὸν κοίταξε, ἀλλὰ ἦρθε κοντά του. Τί ἄλλο θέλει;

Πηγή: Ο Σωτήρ