Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας

 

Ἀντώνιος, τὸν ὁποῖον οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἀνακήρυξαν Μέγα, γεννήθηκε ἐπὶ ἐποχῆς Δεκίου, τὸ ἔτος 251 (ἔτος σνὰ) στὴν πόλη Κομὰ τῆς Ἄνω Αἰγύπτου, κοντὰ στὴ Μέμφιδα, ἀπὸ πλούσιους ἀλλὰ εὐσεβεῖς χριστιανοὺς γονεῖς. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία τὸν διακατεῖχαν ἡ αὐτάρκεια ἡ ὀλιγάρκεια καὶ ἡ ἐσωστρέφεια ἕνεκα τῶν ὁποίων καὶ δὲν θέλησε νὰ μάθει γράμματα οὔτε νὰ συναναστρέφεται μὲ ἄλλα παιδιὰ προκειμένου “νὰ μὴν αἰσθάνεται σύγχυση καὶ ἀνάγκη φροντίδας”, ἀκολουθοῦσε ὅμως τοὺς γονεῖς τοῦ συστηματικὰ σὲ ἐκκλησιασμοὺς ὅπου καὶ ἔδινε ἰδιαίτερη προσοχὴ στὰ ἱερὰ ἀναγνώσματα.. Ὅταν σὲ ἡλικία 18 ἢ 20 ἐτῶν ἔχασε τοὺς γονεῖς τοῦ ἀπέμεινε μὲ τὴν μικρότερη ἀδερφή του, ἀναλαμβάνοντας ὁ ἴδιος τὴν φροντίδα τοῦ σπιτιοῦ τους.
 
Ἕξι μῆνες μετὰ τὸ θάνατο τῶν γονιῶν τοῦ ὁ Ἀντώνιος ἄκουσε στὴν ἐκκλησία τὴν Εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς πρόσκλησης τοῦ πλουσίου νέου, στὴν ὁποία ἀναφέρεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶπε: “πώλησόν σου τὰ ὑπάρχοντα καὶ δὸς πτωχοῖς καὶ ἕξεις θησαυρὸν ἐν οὐρανῶ, καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοὶ” (Εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου ἲθ΄ 21). Συγκινημένος ἀπὸ τὴν εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπῆ, διένειμε τὴν περιουσία 300 εὔφορων κτημάτων του στοὺς φτωχούς. Ἐπίσης, ἐμπιστεύτηκε τὴν ἀδερφὴ τοῦ σ’ ἕναν παρθενώνα ἀνατροφῆς (δεδομένου ὅτι μοναστήρια δὲν ὑπῆρχαν ἀκόμα), ἐνῶ ὁ ἴδιος ἀφοῦ χάρισε προηγουμένως καὶ τὸ σπίτι του, ἀποσύρθηκε σ΄ ἕνα κελὶ ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος σὲ ἀπομονωμένο μέρος πλησίον του χωριοῦ του. μιμούμενος κάποιον γέροντα ἀσκητὴ ποὺ ἔτυχε νὰ γνωρίσει καὶ νὰ θαυμάζει γιὰ τὴν ἀρετή του.

Ὁ ἴδιος ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο ὅπου ἔζησε ἀσκητικά, παραμένοντας ἔτσι μακριὰ ἀπὸ ὑλικοὺς πειρασμοὺς καὶ διαφόρων κοινωνικῶν συμπεριφορῶν. Κατὰ τὸν χρόνο αὐτὸ ἐπισκεπτόταν διάφορους ἄλλους ἀσκητὲς ποὺ θαύμαζε τὴν ἀρετὴ τοὺς ὅπου ὡς “σοφὴ μέλισσα” ἐπέλεγε τὰ ἄνθη τῆς συλλέγοντας τὸ “πνευματικὸ νέκταρ” τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς ἀρετῆς. Ἀσκούμενος ἔτσι στὴν ἀγρυπνία καὶ τὴν προσευχὴ καὶ ἐξ ἀνάγκης στὴ νηστεία, τρώγοντας μία φορὰ τὴν ἡμέρα περὶ τὴ δύση τοῦ Ἡλίου, ἢ κάθε δύο μέρες ἢ καὶ τέσσερις, μόνο ἄρτο καὶ ἁλάτι καὶ νερό. Παράλληλα ἀσχολιόταν μὲ ἐργόχειρο ποὺ ἀντάλλασσε μὲ τὰ ἀπαραίτητα ἐπιβίωσης, τρώγοντας ἐλάχιστα κάθε μέρα, ἐνῶ τὰ ἐπίλοιπα συνέχιζε νὰ τὰ χαρίζει σὲ πτωχούς. Ἔτσι σ΄ αὐτὸ τὸ διάστημα ἀσχολούμενος μὲ τὴν ἀνάγνωση ἱερῶν κειμένων παρέμεινε σ΄ ὅλους ἀγαπητός, πράος, καὶ θαυμαστός. Ποτὲ δὲν ὑπερηφανεύθη ἀλλὰ οὔτε καὶ φιλονίκησε ἢ λύπησε κανέναν.

Ἔπειτα ἀπὸ εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια σκληρῆς ἀσκήσεως πνευματικοῦ ἀγώνα, ἀκατάπαυστης προσευχῆς καὶ φοβερῶν πειρασμῶν, παρουσιάστηκε γιὰ πρώτη φορὰ σὲ ἀνθρώπους. Ἡ ἀποδοχὴ ποὺ εἶχε ἦταν εὐρύτατη καὶ μάλιστα ἔρχονταν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ τοὺς θεραπεύσει ἀκόμα. Θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς οὐ προστάζων, ἀλλὰ εὐχόμενος καὶ τὸν Χριστὸν ὀνομάζων. Ἀργότερα πῆγε κοντὰ στὰ ἐρείπια ἑνὸς φρουρίου καὶ κατοίκησε σὲ σπήλαιο χωρὶς νὰ τὸν βλέπει κανένας καὶ χωρὶς νὰ δέχεται κανέναν παρὰ μόνο ἕναν γνωστό του, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔφερνε κάθε ἕξι μῆνες ψωμὶ γιὰ ὁλόκληρό το ἑξάμηνο. Νυχθημερὸν ἔκανε ἀσκητικοὺς ἀγῶνες μὲ τοὺς ὁποίους νέκρωσε τὰ σκιρτήματα τῶν παθῶν, ἔφτασε στὸ βαθμὸ τῆς ἀπάθειας, ὑπερβαίνοντας τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσης.

Τὸ 311, στοὺς φοβεροὺς διωγμοὺς τῶν χριστιανῶν ποὺ ὀργανώθηκαν τὴν ἐποχὴ τοῦ Μαξιμιανοῦ ἐγκατέλειψε τὸ ἐρημητήριό του καὶ ἔδωσε τὴ σκληρὴ μάχη τοῦ πιστοῦ κατὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ τῆς ἀπάτης. Τὸ ἴδιο ἔγινε σαράντα χρόνια ἀργότερα ὅταν σὲ ἡλικία ἑκατὸ χρονῶν κατῆλθε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορᾶ, στὴν Ἀλεξάνδρεια, γιὰ νὰ καταπολεμήσει τὴν αἵρεση τοῦ Ἀρείου. Εἶχε ἀλληλογραφία μὲ τὸ Μεγάλο Κωνσταντῖνο καὶ τοὺς γιοὺς τοῦ οἱ ὁποῖοι τὸν σέβονταν βαθύτατα καὶ ζητοῦσαν τὶς συμβουλές του. Μαρτυρεῖται ὅτι, ἐνῶ ὁ Ἅγιος βρισκόταν ἀκόμα στὴ ζωή, ἔβλεπε τὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἐξέρχονταν ἀπὸ τὸ σῶμα τους, καθὼς καὶ τοὺς δαίμονες ποὺ τὶς ὁδηγοῦσαν.

Ὁ Μέγας Ἀντώνιος κοιμήθηκε τὸ 356 μ.Χ. Πρόβλεψε μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια τὸ θάνατό του, ὁ ὁποῖος συνέβηκε σὲ ἡλικία “ἐγγὺς ἐτῶν πέντε καὶ ἑκατόν”. Ἡ μνήμη τοῦ γιορτάζεται στὶς 17 Ἰανουαρίου. Μία ἀπὸ τὶς τελευταῖες ἐπιθυμίες τοῦ Ὁσίου ἦταν νὰ μὴ φανερωθεῖ ὁ τόπος τῆς ταφῆς του. Ὡστόσο, οἱ μοναχοὶ ποὺ ἀσκήτευαν κοντά του ἔλεγαν ὅτι κατεῖχαν τὸ ἱερὸ λείψανό του, τὸ ὁποῖο ἐπὶ Ἰουστινιανοὺ (τὸ 561 μ.Χ.), κατατέθηκε στὴν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἀργότερα, τὸ 635 μ.Χ., μεταφέρθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη.   


Πηγή: Οἱ Ἅγιοί του ἔτους